0. Εισαγωγή
Εσείς αναρωτιέστε ποτέ ποια είναι η βαθύτερη φύση της πραγματικότητας? Πώς γίνεται να υπάρχω? Πώς γίνεται να υπάρχει ο κόσμος? Όλα αυτά τα χρώματα, όλες αυτές οι αισθήσεις, όλες αυτές οι λεπτομέρειες… πώς? Απλά θα τα πάρουμε ως κάτι δεδομένο? Κάτι αυτονόητο? Κάτι τετριμμένο? Εσείς δεν αναρωτιέστε ποτέ ποια είναι η βαθύτερη φύση του ίδιου σας του εαυτού?
Νομίζω πως αυτές είναι ερωτήσεις που… μάλλον μας απασχολούσαν όλους όταν είμασταν μικροί. Τότε που ο κόσμος —κι ο εαυτός μας, ο εσωτερικός μας κόσμος— έμοιαζε ακόμα κάτι το… καινούργιο… το απροσδόκητο… κάτι στο οποίο έχουμε βρεθεί… με έναν ακατανόητο… σχεδόν μαγικό τρόπο. Και νομίζω πως αυτές είναι και ερωτήσεις που, τουλάχιστον κάποιους από εμάς, θα μας ξαναπασχολήσουν και αργότερα, όταν θα νιώθουμε ότι αυτή μας η ύπαρξη οδεύει προς τη δύση… Όταν θα ξαναπάψει να φαντάζει τόσο αυτονόητη. Ίσως, δηλαδή, είναι ερωτήσεις που γίνονται επιτακτικά εμφανείς όταν είμαστε κοντά στην αρχή και κοντά στο τέλος. Στο ενδιάμεσο οι περισσότεροι από εμάς φαίνεται να τις ξεχνάμε. Θα πει βέβαια κανείς «μα αφού είναι αναπάντητες, μια ζωή μ’αυτές θα ασχολούμαστε?». Ωστόσο νομίζω πως οι ερωτήσεις αυτές… κάποιο λόγο ύπαρξης έχουν… και είναι σημαντικό να τις κρατήσουμε ζωντανές και να συνεχίσουμε να τις εξερευνούμε… για πολλούς λόγους, αλλά ίσως πάνω απ’όλους επειδή μας υπενθυμίζουν κάτι πολύτιμο… μας υπενθυμίζουν τον ίδιο μας τον εαυτό… και σε αυτή τη συνειδησιακή κατάσταση με την οποία μας συνδέουν —στην κατάσταση αναπόφευκτης απορίας και θαυμασμού προς τον κόσμο, στην κατάσταση όπου η ίδια η ύπαρξη χρωματίζεται από μια αίσθηση ιερότητας— σε αυτή τη συνειδησιακή κατάσταση είναι άμεσα εμφανές τί έχει πραγματική αξία και τί είναι δευτερεύον…
Σήμερα, λοιπόν, θα επιχειρήσουμε να προσεγγίσουμε την έννοια της ύπαρξης, το Είναι… ή αλλιώς αυτό που αποκαλούμε το «Ον» (και, για να μην υπάρχει σύγχυση, οι λέξεις είναι και ον είναι μορφές του ίδιου ρήματος, «ον» είναι η ουδέτερη μετοχή του ρήματος «είναι»). Πώς μπορούμε να πλησιάσουμε, πώς μπορούμε να αντιληφθούμε το Ον, και πώς μπορούμε να μιλήσουμε για τη φύση του Όντως… για τη φύση της ύπαρξης? Άρα και για το υπόστρωμα, την αρχή, του ίδιου μας του εαυτού…
1. Το Είναι μέσα από τα μάτια της λογικής
Ξεκινώντας την προσπάθειά μας να προσεγγίσουμε το Είναι, συναντάμε πρώτα τη λογική: προσπαθούμε να συλλάβουμε το Είναι μέσω της σκέψης. Αφού το Είναι βρίσκεται στα θεμέλια —στον πυρήνα— της ύπαρξης (υπήρχε, άλλωστε εκεί, και πριν μάθουμε να χρησιμοποιούμε τη γλώσσα), υπό μια έννοια πρέπει πρώτα να περάσουμε μέσα από τη λογική για να φτάσουμε σε κάτι βαθύτερο. Συνεπώς, πριν προχωρήσουμε σε μια πιο βαθιά εξερεύνηση, θα εξετάσουμε πώς φαίνεται το Είναι μέσα από τα μάτια της σκέψης.
Το Είναι, λοιπόν… όταν προσπαθήσει να το προσεγγίσει κανείς μέσω της λογικής σκέψης… αργά ή γρήγορα θα διαπιστώσει ότι περιέχει μέσα του κάτι παράδοξο: παρότι τη λέξη «είναι» τη χρησιμοποιούμε συνέχεια στο λόγο μας, αναφέρεται σε μια έννοια που δεν επιδέχεται ορισμό. Η ίδια η φύση του Είναι —του Όντος— το κάνει αδύνατο να περιγραφεί μέσω της γλώσσας. Οι έννοιες της περιγραφής και του ορισμού αναφέρονται στην πράξη της οριοθέτησης —«περί-γραφή» δηλαδή γράφω γύρω, τραβάω μια γραμμή γύρω από κάτι, «ορισμός» δημιουργώ όρια, σύνορα— το να περιγράψω ή να ορίσω κάτι θα πει να το κάνω συγκεκριμένο, δηλαδή να το συγκρίνω με άλλα πράγματα για να διακρίνω πού είναι τα άκρα του, πού αρχίζει και πού τελειώνει (η λέξη «συγκεκριμένος» είναι μετοχή του ρήματος «συγκρίνω»). Αλλά το Είναι δεν μπορεί να συγκριθεί με οτιδήποτε άλλο: όλες οι υπόλοιπες έννοιες μπορούν να συγκριθούν μεταξύ τους, κάτι ή είναι ή δεν είναι κάτι άλλο… αλλά το Είναι απλά είναι. Δεν μπορείς να πεις «το Είναι είναι είναι»… απλά είναι.
Για την ακρίβεια, όλες οι υπόλοιπες έννοιες απορρέουν από το Είναι. Ενώ αυτό δεν μπορεί να οριστεί —δεν μπορούμε να το συλλάβουμε, να το πακετάρουμε σε μια ορισμένη έννοια— είναι ακριβώς αυτό που χρησιμοποιούμε για να ορίσουμε κάθε έννοια, για να πούμε «τί είναι κάτι». Κατά κάποιον τρόπο είναι αυτό μέσα από το οποίο πηγάζει το νόημα. Η λέξη «είναι» λειτουργεί ωςζ η πύλη συνδέει τον κόσμο της σκέψης με τον κόσμο της άμεσης ύπαρξης. Αναφέρεται στην ουσία, στην πρώτη ύλη του νοήματος. Και η λέξη «οὐσία», μάλιστα, προέρχεται από το «οὖσα» που είναι και αυτό μετοχή του ρήματος «εἶναι»: οι λέξεις Είναι, Ον, και Ουσία είναι μορφές του ίδιου ρήματος και αναφέρονται στο ίδιο εξωγλωσσικό και προ-γλωσσικό υπόβαθρο.
Επομένως, αφού το Είναι δεν αναφέρεται σε κάποιο συγκεκριμένο πράγμα ή κάποια συγκεκριμένη έννοια, αλλά στην πηγή ή, αν θέλετε, την πρώτη ύλη του νοήματος —στην προϋπόθεση για να υπάρχει οτιδήποτε συγκεκριμένο— όλα τα πράγματα… οτιδήποτε μπορούμε να ορίσουμε και να καταλάβουμε μέσω της σκέψης… περιέχονται υποχρεωτικά στο Είναι, το Είναι συνοδεύει υποχρεωτικά οτιδήποτε υπάρχει.
Και όταν λέμε «οτιδήποτε υπάρχει» μην σκέφτεστε μόνο υλικά αντικείμενα: για παράδειγμα μια σκέψη που περνάει απ’το μυαλό μας είναι κάτι που υπάρχει, ένα συναίσθημα είναι κάτι που υπάρχει, που εμφανίζεται, που μπορούμε να διαχωρίσουμε και να παρατηρήσουμε ως κάτι ξεχωριστό από την υπόλοιπη ύπαρξη… Οτιδήποτε υπάρχει, εμφανίζεται, και μπορούμε να παρατηρήσουμε… είναι —δηλαδή μετέχει του Όντος. Και οτιδήποτε υπάρχει, εμφανίζεται, και μπορούμε να παρατηρήσουμε… ορίζεται —δηλαδή περιγράφεται, συγκεκριμενοποιείται, περιορίζεται— από τα υπόλοιπα πράγματα που υπάρχουν. Το ίδιο το Είναι δεν ορίζεται, δηλαδή δεν οριοθετείται από κάτι, δεν μπορούμε να το διαχωρίσουμε και να το παρατηρήσουμε ως κάτι ξεχωριστό από την υπόλοιπη ύπαρξη… Είναι η ίδια η άμεση ύπαρξη. Είναι, κατά κάποιον τρόπο, μια ιδιότητα όλων των πραγμάτων... ή, ίσως καλύτερα, η προϋπόθεσή τους!
Επομένως το Είναι είναι κάτι πιο θεμελιώδες από τη σκέψη, από την ανάλυση του κόσμου σε πράγματα και από τη γνώση τους μέσα από τη λογική …είναι, ας πούμε, «κάτι» ευρύτερο που περιέχει μέσα του τη σκέψη. Γι’αυτό και το Είναι δεν μπορεί να συλληφθεί από τη λογική: δεν μπορεί ένα υποσύνολο να περιγράψει —να περιέχει μέσα του— το όλον. Αυτό το προγλωσσικό υπόβαθρο —η ουσία— είναι κάτι που από τη μια ενυπάρχει σε κάθε έννοια ως πηγή και προϋπόθεσή της, αλλά που την άλλη δεν χωράει μέσα στη γλώσσα και άρα δεν μπορεί να οριστεί από αυτήν.
Παιδιά, είναι πραγματικά… ενοχλητικά ενδιαφέρον πως το Είναι είναι απλό. Είναι κυριολεκτικά ό,τι πιο απλό – αφού δεν επιδέχεται ανάλυσης. Και ως απλό, είναι και κάτι που τη στιγμή που το αντιλαμβάνεσαι είναι τόσο εμφανές που λες «μα πώς δεν το έβλεπα τόσον καιρό ενώ βρίσκεται συνεχώς μες στα μάτια μου». Και λες ωραία, αυτό το απλό και εμφανές πράγμα, που νιώθω πως είναι πολύτιμο… να το δείξω τώρα και στους άλλους… να τους βοηθήσω να το αντιληφθούν, να ξανασυνδεθούν μαζί του και αυτοί! Και με το που πας να το βάλεις σε λόγια… με όποιον τρόπο και να πας να το περιγράψεις, αυτό συνεχώς ξεγλιστράει!
Αφού, λοιπόν, το Είναι δεν μπορεί να οριστεί με ακρίβεια και πληρότητα, αυτό θα πει πως για να μιλήσουμε για αυτό θα πρέπει να χρησιμοποιήσουμε τη γλώσσα όχι με αυστηρή λογική ακρίβεια, αλλά με πιο ανοιχτό, πιο δημιουργικό —πιο ποιητικό— τρόπο. Αν θέλει κανείς να προσεγγίσει το Είναι, δεν πρέπει να προσπαθήσει να το συλλάβει λογικά: όταν συναντάει μια περιγραφή του Είναι, δεν πρέπει να την αντιμετωπίσει ως μια σειρά προτάσεων που συνθέτουν τον ορισμό του. Ούτε ως μια σειρά εξισώσεων και να κάτσει να κρίνει αν κάθε βήμα είναι σωστό ή λανθασμένο (αν, για παράδειγμα, προσεγγίσει κανείς έτσι την ποίηση, δεν πρόκειται ποτέ να αντιληφθεί το πλήρες νόημά της).
Αντιθέτως, τις περιγραφές του Είναι πρέπει κανείς απλά να τις παρακολουθεί… να τις μετατρέπει σε εικόνες και σε συναισθήματα… σε μορφοποιήσεις της εσωτερικής του ύπαρξης… Πρέπει να φανταστεί τις καταστάσεις που περιγράφουν: συνάμα να τις δει μέσα του και να τους επιτρέψει να τον περιτριγυρίσουν. Και μετά πρέπει να μην εστιάζει το βλέμμα του πάνω στο συγκεκριμένο κυριολεκτικό τους περιεχόμενο, αλλά να βλέπει μέσα από αυτό… δηλαδή να νιώθει τη μορφή των περιγραφών αυτών και ταυτόχρονα να αναζητάει τη μορφή αυτή στην προσωπική του εμπειρία: στα συναισθήματά του, στις αισθήσεις του, στις αναμνήσεις του … στον εσωτερικό συνειδησιακό του χώρο και στη σχέση του με τον υπόλοιπο κόσμο. Η οποιαδήποτε περιγραφή του Είναι μπορεί μόνο να σου δώσει ιδέες για το προς τα πού —και με ποιόν τρόπο— να στρέψεις την προσοχή σου. Όπως πολύ εύστοχα είχε πει κάποτε και ο Γιούνγκ: «δεν είναι ότι βλέπεις κάτι διαφορετικό, είναι ότι βλέπεις διαφορετικά».
Η δουλειά της λογικής δεν είναι να ανακαλύπτει το νόημα που τάχα περιέχεται στις ίδιες τις λέξεις… κι εδώ κρύβεται κάτι ιδιαίτερα βαθύ και ουσιαστικό: οι λέξεις καθαυτές δεν περιέχουν νόημα. Η γλώσσα καθαυτή μπορεί μόνο να σχηματίζει γεωμετρικές δομές. Οι λέξεις καθαυτές δεν είναι παρά άψυχα, αδρανή δοχεία. Το περιεχόμενο —την ουσία… τη ζωή— μπορεί να τους το δώσει μόνο η ίδια η ζωή. Όπως περιγράφει πολύ όμορφα ο Πλάτωνας στον Φαίδρο, οι λέξεις από μόνες τους «έχουν ένα κακό που τις κάνει να μοιάζουν πολύ με τη ζωγραφική: όπως τα πλάσματα της ζωγραφικής στέκονται μεν σαν ζωντανά όντα αλλά αν τους ρωτήσεις κάτι σιωπούν, έτσι και οι λέξεις: θα νόμιζε κανείς πως μιλούν σαν να έχουν φρόνηση, αλλά αν, θέλοντας να καταλάβεις το περιεχόμενό τους, τους ρωτήσεις κάτι, πάντα επαναλαμβάνουν το ίδιο και το αυτό».
Η δουλειά της λογικής είναι να έρχεται εκ των υστέρων: όχι για να ανακαλύπτει η ίδια το νόημα που περιέχεται στις λέξεις, αλλά, αφού πρώτα ο νους τους αποδώσει υπαρξιακό νόημα, για να εξετάζει αν και με ποιόν τρόπο το νόημα αυτό παρουσιάζει λογική συνέπεια… δηλαδή αν, και με ποιόν τρόπο, το νόημα που ανακαλύπτει η φαντασία μπορεί να ενσωματωθεί στην ήδη υπάρχουσα κοσμοθεωρία μας (και ταυτόχρονα, μέσα από την ενσωμάτωση αυτή, να την μεταμορφώσει). Επειδή το Είναι, αν και είναι κάτι πέρα από τη λογική, δεν αντίθετο σε αυτήν. Τουναντίον, η σύνδεσή μας με το Είναι βοηθάει τη λογική να συμπληρωθεί, να έρθει σε επαφή τα θεμέλιά της. Χωρίς αυτή, κανένα λογικό σύστημα και καμία κοσμοθεωρία δεν μπορεί να είναι πλήρη. Και αυτό είναι κάτι που είχε ήδη αντιληφθεί και ο ίδιος Καντ ο οποίος και πρωτοεπινόησε τον όρο «κοσμοθεωρία», όταν, στην Κριτική του Καθαρού Λόγου του, αναφερόταν σε «αυτό που αποτελεί προϋπόθεση κάθε ενότητας, αλλά που το ίδιο είναι άνευ προϋποθέσεων».
Ας αφήσουμε, λοιπόν, τώρα για λίγο στο πλάι τη λογική, και ας ξεκινήσουμε την περιπλάνησή μας μέσα στο Είναι με όχημα τα μάτια της φαντασίας.
2. Η απλή άμεση συνείδηση
Πριν, κάτω από, και μέσα σε όλα υπάρχει το ίδιο το Ον… η άμεση ύπαρξη… η απλή συνείδηση…
Προσπάθησε να φανταστείς μια συνειδησιακή κατάσταση όπου υπάρχει μόνο το τώρα: δεν υπάρχουν καθόλου αναμνήσεις, ούτε καν πολύ πρόσφατες… άρα δεν υπάρχουν και καθόλου γνώσεις, προσδοκίες, προκαταλήψεις, προτιμήσεις… Ότι δεν υπάρχουν καθόλου αναμνήσεις θα πει και πως δεν έχεις ιδέα τί είναι το κάθε τί που βλέπεις γύρω σου, ούτε τί ιδιότητες έχει, ούτε αν και πώς συνδέεται με τα υπόλοιπα πράγματα γύρω σου. Για την ακρίβεια δεν έχεις καν ιδέα ότι αυτό είναι κάτι διαφορετικό από αυτό, ότι αυτό είναι ένα πράγμα και αυτό είναι κάτι άλλο… δεν ξέρεις πού τελειώνει κάτι και που αρχίζει κάτι άλλο. Δηλαδή δεν υπάρχουν καν πράγματα.
Φαντάσου, για παράδειγμα, πως είσαι ένας άνθρωπος την εποχή των σπηλαίων: παντού υπάρχει μόνο παρθένα φύση, τα λιγοστά ανθρώπινα δημιουργήματα είναι από πέτρες, ξύλα, οστά, δέρματα… Και από κει που κάθεσαι ωραία και καλά στην είσοδο της σπηλιάς σου και βλέπεις τον φυσικό κόσμο γύρω σου, φαντάσου να διακτινίζεσαι ξαφνικά στο σημερινό σαλόνι σου… και να κοιτάζεις γύρω σου και να βλέπεις γύρω σου καναπέ, μαξιλάρια, οθόνη, βιβλία, κινητό, τζάμια, τοίχους, πατώματα… Αν δεν πας από κοντά να τα περιεργαστείς ένα-ένα… να τα πιάσεις, να τα μυρίσεις, να τα πιλατέψεις… αν δεν κάνεις, δηλαδή, αυτό που κάνει κάθε νήπιο καθώς αποκτά τη δυνατότητα να αλληλεπιδρά με τον κόσμο… δεν θα έχεις την παραμικρή ιδέα τί είναι το κάθε πράγμα που βλέπεις… και δεν θα έχεις καν την δυνατότητα να αντιληφθείς ότι το κάθε πράγμα είναι ένα ξεχωριστό πράγμα. Αν, ας πούμε, πέσει το μάτι σου σε ένα ράφι με βιβλία δεν θα’χεις τρόπο να γνωρίζεις ότι πρόκειται για ξεχωριστά αντικείμενα και όχι για ένα συνεχόμενο πράμα. Η πραγματικότητα θα έχει μετατραπεί σε έναν πίνακα αφηρημένης τέχνης. Και αν, εξίσου ξαφνικά, ξαναμεταφερθείς πίσω στη σπηλιά σου, δε θα έχεις κανέναν τρόπο να μου περιγράψεις τί είδες, δεν θα έχεις καν κάποιο τρόπο να το απομνημονεύσεις… όπως δεν θα’χες τρόπο να περιγράψεις και να απομνημονεύσεις έναν απολύτως αφηρημένο πίνακα ζωγραφικής. Αν δεν μπορείς να το χωρίσεις σε ξεχωριστά πράγματα, παρότι βιώνεις το παρόν, δεν έχεις τρόπο να το συλλάβεις. Αυτό θα πει να μην υπάρχουν καθόλου αναμνήσεις αλλά να υπάρχει μόνο το τώρα.
Επίσης, στη συνειδησιακή κατάσταση όπου υπάρχει μόνο το τώρα, δεν ξέρεις και πού είσαι: όχι μόνο δεν ξέρεις ότι «είμαι στο σπίτι μου», ή «είμαι στην Ελλάδα»… Δεν ξέρεις καν ότι είσαι στη Γη… αφού δεν έχεις ιδέα τί είναι η Γη, δεν γνωρίζεις ότι υπάρχει η Γη. Δηλαδή στο καθαρό τώρα δεν είσαι καν «κάπου». Απλά είσαι.
Και δεν ξέρεις αν είσαι αγόρι ή κορίτσι, νέος ή γέρος… δεν ξέρεις καν ότι είσαι άνθρωπος… δεν έχεις ιδέα τί πάει να πει «άνθρωπος». Δηλαδή είσαι καν «κάτι». Απλά είσαι.
Εν ολίγοις, στο καθαρό τώρα δεν υπάρχει καμία γνώση, καμία κρίση, καμία προκατάληψη… δεν υπάρχουν καν έννοιες —εφόσον δεν υπάρχουν αναμνήσεις δεν υπάρχουν έννοιες—… υπάρχει μόνο η ροή των αισθήσεων: η ροή των χρωμάτων που σε περιβάλλουν, χωρίς οποιουδήποτε είδους επίγνωση ότι πρόκειται για ξεχωριστά χρώματα… η ροή των ήχων χωρίς την επίγνωση ότι πρόκειται για ήχους… η ροή των σωματικών αισθήσεων, χωρίς την επίγνωση ότι πρόκειται για «σωματικές αισθήσεις», αφού δεν έχεις καν ιδέα ότι έχεις σώμα, δεν υφίσταται η έννοια «σώμα»… Οι αισθήσεις και τα συναισθήματα είναι σαν άγνωστα αφηρημένα κύματα που διαπερνούν και κατακλύζουν την ύπαρξή σου… Στο καθαρό τώρα, όλα αυτά τα χρώματα, οι ήχοι, οι σωματικές αισθήσεις, είναι και κάτι παντελώς άγνωστο, απροσδόκητο, μη-δεδομένο, ανεπανάληπτο. Χωρίς καθόλου αναμνήσεις, κάθε στιγμή ύπαρξης είναι παντελώς καινούργια. Και… χωρίς καθόλου αναμνήσεις —άρα και χωρίς την αντίληψη του πριν και του μετά, χωρίς την αντίληψη οποιασδήποτε παροδικότητας— κάθε στιγμή είναι μια αιωνιότητα… είναι η μοναδική στιγμή που υπάρχει. Αυτήν την αίσθηση του να βιώνεις τον κόσμο ως κάτι πιο καινούργιο, πιο λαμπερό, πιο μαγικό είχε αποτυπώσει με υπέροχο τρόπο ο Γουίλιαμ Μπλέικ στους στίχους του:
Σ’ένα κόκκο άμμου αντικρύζεις έναν Κόσμο ολάκερο
Και σ’ένα αγριολούλουδο έναν Παράδεισο
Μες στην χούφτα σου βαστάς το Άπειρο
Και μέσα σε μια στιγμή την Αιωνιότητα
Και αν θελήσουμε να πάμε και ένα βήμα πιο βαθιά… δηλαδή και ένα βήμα πιο πίσω, και ένα βήμα πιο μέσα… εφόσον στο καθαρό τώρα δεν υπάρχουν καν πράγματα και εφόσον και συ δεν είσαι καν «κάτι»… δεν υπάρχει και διαχωρισμός ανάμεσα σε μέσα και έξω… ανάμεσα σε εγώ και άλλο... ανάμεσα στο είμαι και στο είναι. Δηλαδή ακόμα και η έκφραση «δεν είσαι καν κάτι, απλά είσαι» δεν είναι ακριβής. Και για τον ίδιο λόγο, ακόμα και η έκφραση «απλά είναι» δεν θα ήταν ακριβής. Στο καθαρό τώρα το είμαι και το είναι ταυτίζονται. Ίσως θα μπορούσαμε να προσπαθήσουμε φανταστούμε —να προσπαθήσουμε να βρούμε κάπου βαθιά μέσα μας, να προσπαθήσουμε κατά κάποιον τρόπο να θυμηθούμε— τη συνειδησιακή κατάσταση στην οποία βρίσκεται ένα έμβρυο: κάθε στιγμή, ό,τι περιλαμβάνει αυτή η στιγμή και μόνο, χωρίς κανέναν απολύτως διαχωρισμό ή ερμηνεία, είναι ό,τι υπάρχει… το «όλον»… Αυτή είναι η απλή άμεση συνείδηση!
Ή, μάλλον, αυτά είναι τα περιεχόμενα της απλής άμεσης συνείδησης. Επειδή πίσω, κάτω από και μέσα σ’αυτά υπάρχει ακόμα «κάτι»! «Κάτι» που δεν είναι ακριβώς κάτι… δηλαδή «κάτι» που δεν είναι περιεχόμενο της συνείδησης… που δεν μπορούμε να το δείξουμε και να πούμε «να, αυτό εδώ… το όλον!». Πίσω, κάτω από, και μέσα σε όλα τα συνειδησιακά φαινόμενα υπάρχει ο… ας πούμε «χώρος» της ίδιας της συνείδησης, η οποία αποτελεί την προϋπόθεση για να υπάρξει οποιοδήποτε συνειδησιακό φαινόμενο… οποιοδήποτε κάτι.
Εδώ ίσως μπορέσει να μας βοηθήσει μια μεταφορά: Αν τα συνειδησιακά φαινόμενα ήταν οι εικόνες που βλέπουμε όταν παρακολουθούμε μια ταινία, τότε η συνείδηση θα ήταν η οθόνη πίσω, κάτω από, και μέσα στις εικόνες. Όπως όλες οι μορφές που βλέπουμε και που απορροφούν όλη μας την προσοχή όταν παρακολουθούμε την ταινία, δεν είναι παρά αυξομειώσεις στα χρώματα και τις εντάσεις του φωτός της οθόνης, έτσι και όλα τα περιεχόμενα της συνείδησης (τα χρώματα, οι ήχοι, οι σωματικές αισθήσεις, τα συναισθήματα, οι σκέψεις…)— δεν είναι παρά τροποποιήσεις της ίδιας της συνείδησης. Η συνείδηση είναι η προϋπόθεση για την ύπαρξη οποιουδήποτε είδους φαινομένων: ένα άμορφο δυναμικό πεδίο το οποίο παρέχει τη δυνατότητα στα συνειδησιακά φαινόμενα να εμφανιστούν. Όλα τα φαινόμενα είναι μορφοποιήσεις αυτού του δυναμικού πεδίου, και αυτό το δυναμικό —δηλαδή σε διαρκή κατάσταση αλλαγής— πεδίο αποτελεί την υπόστασή τους: όπως η οθόνη —οι μικροσκοπικοί LCD κρύσταλλοι που συνιστούν τα πίξελς της— αποτελεί την πρώτη ύλη των μορφών που βλέπουμε όταν παρακολουθούμε την ταινία, έτσι και η συνείδηση αποτελεί τρόπον τινά την «πρώτη ύλη» των μορφών που βιώνουμε εν γένει.
Αυτή, λοιπόν, η απλή και άμεση συνείδηση —αυτό το συνειδησιακό «πεδίο»— υπάρχει πάντα, κάτω από και μέσα σε όλες τις αισθήσεις, όλα τα συναισθήματα, όλες τις σκέψεις, όλες τις αντιλήψεις, όλες τις εμπειρίες γενικώς. Ήταν εκεί όταν ήσουν τεσσάρων, ήταν εκεί όταν ήσουν δεκατεσσάρων, είναι εκεί και τώρα… Είναι εκεί και όταν παίζεις, και όταν δουλεύεις, και όταν βαριέσαι… και όταν τσακώνεσαι, και όταν ανταλλάζεις τρυφερότητα… και όταν είσαι χαρούμενος, και όταν πονάς, όταν υποκύπτεις σε κάποιον εθισμό… Είναι εκεί όταν είσαι παρών και είναι εκεί όταν σε έχει ρουφήξει κάποιος αυτοματισμός… Και ήταν εκεί τις στιγμές της ζωής σου που σήμερα έχεις ξεχάσει, όπως είναι εκεί όταν ονειρεύεσαι ακόμα και αν ξυπνώντας έχει σβηστεί κάθε ανάμνηση του ονείρου σου… Αυτό είναι το καθαρό «Είναι». Όλα λαμβάνουν χώρα πάνω του, μέσα του, μέσα από αυτό, και ως διαμορφώσεις του.
3. Το «άνευ όρων»
Αυτό το ας πούμε δυναμικό πεδίο, αυτή την τρόπον τινά πρώτη ύλη των πάντων, αυτό το καθαρό πρωταρχικό Είναι, ο Χέγκελ προσπάθησε να το περιγράψει με λόγια όπως: «το απλό καθολικό μέσο», «η απλή ρευστή ουσία της καθαρής κίνησης εντός του εαυτού της», «η ρευστότητα της ανεξάρτητης αυτοϋπόστασης». Περιγραφές που, αν τις προσεγγίσεις με τη λογική δεν δύναται να γίνουν κατανοητές, παρότι διατείνονται ότι αναφέρονται σε κάτι απλό. Και δεν δύναται να γίνουν κατανοητές μέσω της λογικής ακριβώς επειδή αναφέρονται στο πιο απλό και πιο άμεσο «πράγμα» που υπάρχει… που δεν είναι καν πράγμα. Από την άλλη, άπαξ και το δεις… άπαξ και αντιληφθείς —και συνειδητοποιήσεις— το Είναι, οι περιγραφές αυτές βγάζουν μια χαρά νόημα… δηλαδή καταλαβαίνεις —είναι εμφανές— γιατί ο Χέγκελ το περιέγραψε έτσι.
Για να περιγράψουν το ίδιο απερίγραπτο «πράγμα» που δεν είναι καν πράγμα, οι Ουπανισάδες λένε: «Όχι αυτό που το μάτι μπορεί να δει, αλλά αυτό διά του οποίου το μάτι μπορεί να δει… Όχι αυτό που το αφτί μπορεί να ακούσει, αλλά αυτό διά του οποίου το αφτί μπορεί να ακούσει… Όχι αυτό που το μυαλό μπορεί να σκεφτεί, αλλά αυτό διά του οποίου το μυαλό μπορεί να σκεφτεί…». Ο Βούδας μίλησε για το «μη-εξαρτημένο», το «άνευ-όρων», δηλαδή αυτό που δεν επηρεάζεται από τα συμβάντα του αιτιοκρατικού κόσμου των φαινομένων… αυτό που δεν επηρεάζεται από τις εμπειρίες σου (απ’το τί σου συνέβη, πού γεννήθηκες, πώς μεγάλωσες…) και που δεν επηρεάζεται καν κι απ’το ίδιο σου το σώμα (απ’το αν είσαι άνδρας ή γυναίκα, νέος ή γέρος, υγιής ή άρρωστος… και αυτά αποτελούν συμβάντα του κόσμου των φαινόμενων). Και όπως είδαμε νωρίτερα, για το «άνευ όρων» μίλησε και ο Καντ, λέγοντας πως πρόκειται για «κάτι υπό το οποίο ανήκει όλη η εμπειρία, αλλά που το ίδιο δεν είναι ποτέ αντικείμενο της εμπειρίας». Το «άνευ όρων» δεν επηρεάζεται από τίποτα… αλλά είναι η προϋπόθεση, η διαρκής πηγή των πάντων.
Όπως είδαμε αναλυτικά και όταν το εξετάσαμε μέσα από τα μάτια της λογικής, εφόσον αυτό το «κάτι» δεν είναι στην πραγματικότητα κάτι, εφόσον δεν είναι αντικείμενο της εμπειρίας, δεν μπορεί να περιγραφεί με ακρίβεια, δεν μπορεί να οριστεί με τη χρήση του λόγου. Η διάσημη πρώτη φράση του Τάο Τε Τζινγκ μας λέει ότι «το Τάο που ονομάζεται Τάο δεν είναι το πραγματικό Τάο». Τα λόγια, οι λέξεις και οι έννοιες, όπως και όλα τα αντικείμενα της εμπειρίας (που μπορούμε να στοχαστούμε και να περιγράψουμε), περιέχονται μέσα σε και από αποτελούνται από Αυτό. Επομένως Αυτό δεν χωράει —δεν μπορεί να περιέχεται με πληρότητα— μέσα στον λόγο. Γι’αυτό η σύγχρονη επιστήμη δυσκολεύεται τόσο να δώσει έναν αυστηρό επιστημονικό ορισμό της συνείδησης… και όποιος κατανόησε αυτά που συζητήσαμε έως τώρα πλέον μπορεί να δει γιατί δεν τα έχει καταφέρει και γιατί δεν γίνεται να τα καταφέρει.
Ένας ακόμα λόγος γιατί η περιγραφή της «απλής αλήθειας»… είναι αδύνατη, είναι επειδή πρόκειται κατά κάποιον τρόπο για έναν συνειδησιακό τόπο, έναν συνειδησιακό προορισμό. Αφού δεν πρόκειται για μια έννοια που χωράει στον λόγο, δεν πρόκειται για κάτι που μπορούμε να συλλάβουμε ακολουθώντας συγκεκριμένα προκαθορισμένα βήματα, αλλά για κάτι που πρέπει να αναζητήσει και να ανακαλύψει ο καθένας για τον εαυτό του. Την αλήθεια —και όταν λέω «αλήθεια» δεν αναφέρομαι σε τίποτ’ άλλο από το να αντιληφθεί κανείς σε ολοένα και βαθύτερο και πλουσιότερο βαθμό το νόημα της ύπαρξης… δηλαδή τη σημασία αυτού του «Είναι»— την αλήθεια, λοιπόν, μπορεί να την δει κανείς σαν τη βουνοκορφή προς την οποία όλοι κατευθυνόμαστε. Η βουνοκορφή μπορεί να είναι μια, αλλά ο καθένας από εμάς είναι και μια μοναδικά ξεχωριστή ύπαρξη, που σημαίνει πως ο καθένας μας ξεκινάει από διαφορετική αφετηρία, από διαφορετική πλαγιά του βουνού, και άρα βλέπει να ανοίγεται μπροστά του ένα διαφορετικό τοπίο.
Οι σωματικές μας ιδιότητες —το φύλο στο οποίο ανήκουμε, το πόσο ψηλός ή κοντός είναι κάποιος, το πόσο ανθεκτικός ή ασθενικός είναι ο οργανισμός του…— η κοινωνική τάξη από την οποία προερχόμαστε, η γλώσσα την οποία έχουμε μάθει να μιλάμε και πάνω στην οποία έχουμε δομήσει την κατανόηση του κόσμου μας, οι γεωγραφικές και ιστορικές συνθήκες μέσα στις οποίες έχουμε ζήσει, οι διαφορετικοί γονείς, φίλοι, δάσκαλοι, τα διαφορετικά σωματικά και ψυχικά μας τραύματα, και κάθε άλλη μικρότερη και μεγαλύτερη διαφοροποίηση που έχει τρόπον τινά επικαθίσει στο πρωταρχικό καθαρό Είναι —πάνω στον «άνευ όρων» πυρήνα της ύπαρξης— έχει ως αποτέλεσμα να διαφέρει η τοπογραφία την οποία ο καθένας από εμάς καλείται να πλοηγήσει για φτάσει στην κορφή, δηλαδή για να ξανασυνδεθεί με τον υπαρξιακό πυρήνα. Βασικά, ο διαφορετικός χαρακτήρας —η μοναδικά ξεχωριστή προσωπικότητα— του καθενός εμάς δεν είναι παρά το αμάλγαμα —το στερεοποιημένο αποτέλεσμα της αντίδρασης— όλων αυτών των επικαθήμενων καθορισμών (όλων αυτών των συμβεβηκότων… αν χρησιμοποιήσουμε αυτόν τον όρο του Αριστοτέλη για να περιγράψουμε τα συμβάντα του κόσμου των φαινομένων)… Και για να ξανασυνδεθούμε με τον πυρήνα της ύπαρξης… για να ανακαλύψουμε την αλήθεια… για να αντιληφθούμε σε ολοένα και βαθύτερο και πλουσιότερο βαθμό το νόημα της ύπαρξης… καλούμαστε ακριβώς να ταξιδέψουμε μέσα από τον χαρακτήρα μας, μέσα από την προσωπικότητά μας, μέσα από τον ίδιο μας εαυτό μας. Κάτι που δεν μπορεί παρά να μας φέρει κατά νου, και να φωτίσει και με έναν καινούργιο τρόπο, το κεντρικό δελφικό παράγγελμα: γνῶθι σαυτόν.
Την ίδια, λοιπόν, ώρα που εγώ και ‘σύ μπορεί να καθόμαστε στον ίδιο καναπέ και να τα λέμε πρόσωπο με πρόσωπο, βρισκόμαστε σε διαφορετικές πλαγιές του βουνού της ύπαρξης, που σημαίνει πως η ύπαρξη έχει διαφορετική όψη για τον καθένα μας. Εμένα μπροστά μου μπορεί να ανοίγεται ένα όμορφο λιβάδι και ‘σύ να’χεις γκρέμια να σκαρφαλώσεις. Και ακόμα κι αν μου’τύχαν και μένα γκρέμια στο παρελθόν, τα γκρέμια μας δεν είναι τα ίδια. Θα μπορούσα να σου δώσω κάποιες γενικές χρήσιμες συμβουλές… να σου πω: «εγώ όταν συνάντησα γκρέμια δεν μπορούσα και έκανα αυτές τις ασκήσεις και με βοήθησαν να δυναμώσω»… ή να σου πω «όταν πανικοβάλλεσαι βοηθάει να εστιάσεις στην αναπνοή σου»… αλλά τελικά το δρόμο προς την αλήθεια ο καθένας από μας καλείται να τον εξερευνήσει και να τον περπατήσει μόνος του, με τα διαφορετικά χαρίσματα και τα διαφορετικά βάρη που αυτός κουβαλάει.
Ο Κρισναμούρτι το είχε θέσει χαρακτηριστικά λέγοντας «Η αλήθεια είναι μια γη χωρίς μονοπάτια. Όντας απεριόριστη, άνευ όρων, απρόσιτη από κάθε είδους μονοπάτι, δεν μπορεί να οργανωθεί. Και ούτε πρέπει να σχηματιστεί κάποια οργάνωση για να οδηγεί ή να εξαναγκάζει τους ανθρώπους σε κάποιο συγκεκριμένο μονοπάτι. Αν το κατανοήσεις αυτό, θα δεις πόσο αδύνατο είναι να οργανώσεις μια πίστη. Η πίστη είναι καθαρά προσωπική υπόθεση και δεν μπορείς —και δεν πρέπει— να την οργανώσεις. Αν το κάνεις αυτό, η πίστη γίνεται κάτι νεκρό, κρυσταλλωμένο. Γίνεται δόγμα, αίρεση, θρησκεία που επιβάλλεται στους άλλους. Την αλήθεια δεν μπορείς να την κουβαλήσεις κάτω, το άτομο πρέπει να καταβάλλει την προσπάθεια να ανέβει σε αυτήν. Δεν μπορείς να φέρεις τη βουνοκορφή στην κοιλάδα. Αν θες να φτάσεις στη βουνοκορφή θα πρέπει να διασχίσεις την κοιλάδα και να σκαρφαλώσεις τα απόκρημνα βράχια δίχως φόβο». Ο Γιούνγκ το είχε θέσει με λιγότερα λόγια και κάπως πιο χαριτωμένα λέγοντας «Αν το μονοπάτι που ξεδιπλώνεται μπροστά σου είναι ξεκάθαρο, τότε μάλλον βρίσκεσαι στο μονοπάτι κάποιου άλλου».
4. Αποταύτιση από τα φαινόμενα
Όσο περισσότερο αντιλαμβάνεσαι και βιώνεις σε πραγματικό χρόνο τη διαφορά μεταξύ του καθαρού πρωταρχικού Είναι και των συγκεκριμένων μορφοποιήσεων του —μεταξύ της απλής και άμεσης συνείδησης και των φαινομένων που περιέχονται σε αυτήν—, τόσο περισσότερο απαγκιστρώνεσαι —αποταυτίζεσαι— από τα φαινόμενα, και άρα τόσο καλύτερα μπορείς να τα παρατηρείς και να αλληλεπιδράς μαζί τους… δηλαδή τόσο πιο ελεύθερος είσαι στη σχέση σου με αυτά. Άρα και το κέντρο της ταυτότητάς σου —η αίσθηση του ποιος είσαι— αρχίζει να απαγκιστρώνεται από το «Εγώ». Ο William James είχε εκμεταλλευτεί την διαφορά των αγγλικών λέξεων “me” και “I”: είχε χρησιμοποιήσει τη λέξη “me” για να υποδηλώσει το «Εγώ», δηλαδή τη συγκεκριμένη εικόνα που έχω για τον εαυτό μου (είμαι τόσων χρόνων, έχω αυτά τα προσωπικά χαρακτηριστικά, αυτές τις προτιμήσεις, αυτούς τους τίτλους… είμαι «ο Πέτρος»), και είχε χρησιμοποιήσει τη λέξη “I” για να υποδηλώσει τον απλό παρατηρητή (αυτόν στον όποιον εμφανίζεται το “me” με όλες τις εικόνες και αντιλήψεις που περιέχει)… Στα ελληνικά ίσως θα μπορούσαμε να αντιπαραβάλλουμε το συγκεκριμένο και γνωστό «Εγώ» που αποτελεί το κέντρο της συνειδητής ταυτότητας, έναντι του άνευ όρων υποκειμένου, που είναι συνδεδεμένο με το γενικό και ανεξάρτητο Είναι. Το καθορισμένο «Εγώ» είναι ένα αντικείμενο που εμφανίζεται εντός της συνείδησης και που αποτελείται από συγκεκριμένες μνήμες, πεποιθήσεις, προτιμήσεις —δηλαδή καθορισμούς—, ενώ το άνευ όρων υποκείμενο δεν αποτελεί αντικείμενο, δεν μπορούμε να το παρατηρήσουμε και να το περιγράψουμε ως ένα περιεχόμενο —ως μια συγκεκριμένη μορφοποίηση— της συνείδησης, αλλά είναι η απλή, άνευ όρων ματιά προς τον κόσμο… είναι η απλή υποκειμενικότητα που είναι άμεσα συνδεδεμένη με το ίδιο Είναι —με την ίδια την αίσθηση του υπάρχειν— που ήταν εδώ και πριν από τη μάθηση της γλώσσας και τη δόμηση του «Εγώ» (με όλους τους συγκεκριμένους καθορισμούς του).
Αυτή η αποταύτιση από το καθορισμένο Εγώ και η επανασύνδεση με το πρωταρχικό Είναι, είναι κάτι σαν ένα ξύπνημα, μια αφύπνιση… κάτι σαν ένα «κλικ» όπου ξαφνικά διευρύνεται το πλαίσιο του κόσμου που βιώνεις. Και τί θα πει να «διευρύνεται το πλαίσιο του κόσμου που βιώνεις»… Όλοι έχουμε βιώσει την εμπειρία του να ξυπνάς από ένα όνειρο. Όταν βρίσκεσαι μέσα στο όνειρο, το όνειρο είναι το «όλον», είναι η μοναδική πραγματικότητα που υπάρχει. Αλλά όταν ξυπνάς από το όνειρο, όταν συνειδητοποιείς ότι τόση ώρα ήσουν στο υπνοδωμάτιό σου και ονειρευόσουν, ξαφνικά βρίσκεσαι σε μια πιο ευρεία πραγματικότητα: στην καινούργια αφυπνισμένη κατάσταση υπάρχει η ανάμνηση του ονείρου αλλά υπάρχουν και επιπλέον αναμνήσεις και γνώσεις που δεν υπήρχαν όσο βρισκόσουν μέσα στο όνειρο. Πλέον όνειρο δεν είναι το όλον, αλλά κομμάτι του όλου. Δεν είναι ότι το όνειρο δεν είναι κάτι αληθινό: το όνειρο είναι ένα συνειδησιακό φαινόμενο, είναι κάτι που έλαβε χώρα, είναι ένα γεγονός, κάτι που έζησες, κάτι που υπήρξε, ένα κομμάτι αλήθειας. Αλλά όσο βρισκόσουν μέσα στο όνειρο αυτό το κομμάτι αλήθειας ήταν ολόκληρη η αλήθεια, ενώ ξυπνώντας απ’το όνειρο από ολόκληρη η αλήθεια γίνεται ξαφνικά ένα κομμάτι μιας ευρύτερης, πιο συμπεριληπτικής αλήθειας. Δηλαδή η αλήθεια —το όλον— μεγαλώνει, γι’αυτό και νιώθεις ότι η πραγματικότητα που βιώνεις όταν είσαι ξύπνιος είναι πιο αληθινή: επειδή περιέχει περισσότερη αλήθεια… περιέχει και το όνειρο και επιπλέον πράγματα. Άρα όταν ξυπνάς από το όνειρο, το πλαίσιο του κόσμου που βιώνεις ξαφνικά διευρύνεται. Αντίστοιχα, λοιπόν, και η αποταύτιση από το Εγώ και η επανασύνδεση με ολόκληρο το Είναι έχει αυτόν τον χαρακτήρα της ξαφνικής διεύρυνσης του πλαισίου του κόσμου που βιώνεις… δηλαδή έχει τον χαρακτήρα του ξυπνήματος σε μια πιο αληθινή πραγματικότητα… τον χαρακτήρα της αφύπνισης.
Ταυτόχρονα, η αποταύτιση από το Εγώ και η επανασύνδεση με το Είναι έχει και τον χαρακτήρα της ανάμνησης... Είναι σαν ένα νήμα που διαπερνάει και συνδέει με μιας τις διαφορετικές συνειδησιακές καταστάσεις μέσα απ’τις οποίες έχεις διέλθει… τα διαφορετικά κομμάτια του εαυτού σου: και τον εαυτό σου που βρισκόταν μέσα στο όνειρο και τον εαυτό σου που είναι ξύπνιος. Για παράδειγμα, διαπερνάει και συνδέει με μιας τον εαυτό σου σε διαφορετικές ηλικιακές φάσεις της ζωής σου: και όταν ήσουν τεσσάρων, και όταν ήσουν δεκατεσσάρων, και σήμερα. Διαπερνάει και συνδέει και τον εαυτό σου σε διαφορετικές συναισθηματικές διαθέσεις: και όταν ήσουν κατακλυσμένος από έρωτα, και όταν ήσουν κατακλυσμένος από οργή, και από χαρά, και από απογοήτευση, και από βαρεμάρα… ενώ όταν ας πούμε κατακλύζεσαι από οργή και είσαι ταυτισμένος μαζί της —βρίσκεσαι μέσα της— είσαι αποσυνδεδεμένος από τα υπόλοιπα κομμάτια του εαυτού σου… έχεις ξεχάσει τον εαυτό σου όταν είναι γαλήνιος και κατανοητικός όπως όταν ονειρεύεσαι έχεις ξεχάσει τον εαυτό σου όταν είναι ξύπνιος. Δηλαδή ότι αυτό το νήμα διαπερνάει και συνδέει τις διαφορετικές συνειδησιακές σου καταστάσεις, θα πει πως σε συνδέει ταυτόχρονα με καταστάσεις διαφορετικής κοσμοαντίληψης, διαφορετικής υπαρξιακής σχέσης με τον κόσμο: για παράδειγμα, σε συνδέει και με την κατάσταση στην οποία βρίσκεσαι όταν νιώθεις πως η καριέρα σου είναι το πιο σημαντικό πράγμα στον κόσμο, και με την κατάσταση στην οποία βρίσκεσαι όταν έχεις μπει σε φλόου κάνοντας αναρρίχηση, παίζοντας μουσική, χορεύοντας, όντας βαθιά απορροφημένος σε ένα βιβλίο (όπου η καριέρα σου δεν υπάρχει καν στη συνείδησή σου), και την κατάσταση στην οποία βρίσκεσαι όταν νιώθεις απόγνωση και βλέπεις τον κόσμο ως κάτι άσχημο, και την κατάσταση στην οποία βρίσκεσαι όταν νιώθεις ενθουσιασμό και βλέπεις τον κόσμο ως κάτι όμορφο, και την κατάσταση στην οποία βρίσκεσαι όταν ονειρεύεσαι ότι πετάς και αυτό σου φαίνεται κάτι το άκρως φυσιολογικό, και ακόμα και την κατάσταση στην οποία βρισκόσουν όταν ήσουν μικρός και δεν γνώριζες ακόμα περί νευτώνειας φυσικής, και περί λογικής, και περί ηθικής, και έβλεπες ακόμα τον κόσμο χωρίς προκαταλήψεις…
Αυτή η επανασύνδεση με τα διαφορετικά κομμάτια του εαυτού σου, με τις διαφορετικές συνειδησιακές σου καταστάσεις, είναι λίγο σαν να είσαι απορροφημένος στον αυτοματισμό του σκρόλινγκ στο κινητό και ξαφνικά να ξαναθυμάσαι πού είσαι και τί κάνεις. Πρόσφατα μου συνέβη το εξής: έπιασα το κινητό να δω την πρόγνωση του καιρού… και αυτό απλά με ρούφηξε! Κάποιος μου είχε στείλει κάποιο μήνυμα δεν ξέρω γω τί… ιδέα δεν έχω τί έγινε… απλά κάποια στιγμή γίνεται αυτό το «κλικ»… ξαναξυπνάω… και συνειδητοποιώ ότι είχαν περάσει… δεν ξέρω, είκοσι λεπτά; εικοσιπέντε; Και δεν είχα καν δει τον καιρό! Είχα ξεχάσει εντελώς… γιατί κρατάω το κινητό στα χέρια μου! Σαν να υπνωτίζεσαι, να συρρικνώνεται το πλαίσιο του κόσμου που βιώνεις, να ξεχνάς πού είσαι και τί κάνεις… και μετά ξαφνικά να ξυπνάς απ’τον υπνωτισμό και να ξαναθυμάσαι… βασικά να ξαναθυμάσαι ποιος είσαι! Να ξανασυνδέεσαι με αυτό το νήμα που διαπερνάει και ενώνει περισσότερα κομμάτια της συνείδησής σου. Κάτι πολύ αντίστοιχο συμβαίνει όταν αποταυτίζεσαι από το συγκεκριμένο —άρα και περιορισμένο— Εγώ: γίνεται ένα «κλικ» το οποίο έχει μια διευρυντική και ενοποιητική ποιότητα: έχει τον χαρακτήρα της ανάμνησης μιας πιο αληθινής πραγματικότητας. Την αίσθηση του να θυμάσαι με μεγαλύτερη διαύγεια —σε βαθύτερο και πλουσιότερο βαθμό— ποιος είσαι και πού βρίσκεσαι, τί είναι η πραγματικότητα… δηλαδή τί έχει σημασία, ποιο είναι το ουσιαστικό νόημα της ύπαρξής. Και παρότι αυτή είναι μια αίσθηση που, για τους λόγους που είδαμε νωρίτερα, δεν μπορεί να περιγραφεί με ακρίβεια… είναι ωστόσο κωδικοποιημένη στην ετυμολογία της ίδιας της λέξης «αλήθεια»: «α- στερητικό» και «λήθη», δηλαδή άρση της λήθης, ανάμνηση. Και για να κάνουμε και ένα ακόμα βήμα, η «λήθη» βγαίνει από το «λανθάνω» που σημαίνει είμαι κρυμμένος, συγκαλυμμένος… η λήθη είναι σαν ένα σεντόνι που καλύπτει και αποκρύπτει, και η αλήθεια είναι η άρση του πέπλου, είναι συνάμα η ανάμνηση και η αποκάλυψη.
5. Ελευθερία μέσα από τη σύνδεση με το Είναι
Όσο πιο συχνά επανασυνδέεσαι με αυτή την ανάμνηση, με αυτή την ενότητα, με αυτό το νήμα που διαπερνά το χρόνο και τις διαφορετικές συνειδησιακές σου καταστάσεις… όσο πιο συχνά κάνεις το βήμα από τα περιεχόμενα της συνείδησής σου σε αυτό που τα περιέχει… τόσο περισσότερο ενδυναμώνεις την σύνδεσή σου με το Είναι. Σιγά σιγά αλλάζει η αίσθηση της ταυτότητας σου… η αίσθηση του ποιος πραγματικά είσαι. Νιώθεις λιγότερο ως το καθορισμένο —και άρα περιορισμένο— Εγώ και περισσότερο ως το άνευ όρων υποκείμενο. Το Εγώ, από «όλον» σιγά σιγά μετατρέπεται σε περιεχόμενο του όλου. Όσο η αίσθηση της ταυτότητάς σου αλλάζει, τόσο αλλάζει και το πώς αντιλαμβάνεσαι —τί σημαίνουν για σένα— τα συνειδησιακά φαινόμενα. Δηλαδή, μαζί με την θέση σου, αλλάζει και η οπτική σου προς τον κόσμο. Από την καινούργια αυτή θέση αλλάζει το πώς αντιλαμβάνεσαι —τί σημαίνουν για σένα— τα συνειδησιακά φαινόμενα. Και αυτό είναι σημαντικό επειδή σου χαρίζει ελευθερία!
Για παράδειγμα, όσο περισσότερο συνδεδεμένος είσαι με το Είναι, τόσο λιγότερο βιώνεις ένα δυσάρεστο συναίσθημα ως κάτι τρομερό —ως το τέλος του κόσμου— ακριβώς επειδή όντας πιο συνδεδεμένος με το σύνολο των διαφορετικών συναισθηματικών καταστάσεων που έχεις βιώσει, είσαι και πιο συνδεδεμένος και με την άμεση κατανόηση της παροδικότητάς τους. «Άμεση κατανόηση» θα πει πως δεν χρειάζεται να σκεφτείς «η συναισθηματική κατάσταση που βιώνω τώρα είναι παροδική», η παροδικότητά της σου είναι άμεσα εμφανής. Το δυσάρεστο συναίσθημα, από «όλον» μετατρέπεται σε κομμάτι του όλου: κάτι που περιέχεται μέσα σου ως ένα κομμάτι του συνολικού σου εαυτού, αντί για κάτι που σε περιβάλλει και που εσύ απλά κολυμπάς μέσα του. Και, ως κομμάτι, είναι κάτι που μπορείς να παρατηρήσεις, να περιεργαστείς… το να μην είσαι ταυτισμένος μαζί του θα πει πως πλέον δεν είναι κάτι που σε εξουσιάζει —κάτι του οποίου είσαι δέσμιος— αλλά κάτι που μπορείς να γνωρίσεις, κάτι με το οποίο αλληλεπιδράς.
Το ίδιο συμβαίνει και με τις σκέψεις σου: αν οι σκέψεις που παράγει το μυαλό σου είναι για σένα φαινόμενα που εμφανίζονται στη συνείδησή σου —δηλαδή αν και στο βαθμό που είσαι ταυτισμένος με την ίδια τη συνείδηση και όχι με ό,τι τυχαίνει να περνάει από μπροστά της ανά πάσα στιγμή— τότε μπορείς να παρατηρήσεις τις σκέψεις αυτές και να συνδιαλεχθείς μαζί τους, αντί να τις εκλαμβάνεις αυτομάτως ως την «αλήθεια». Για παράδειγμα: καθώς συνομιλείς με κάποιον και κάποια στιγμή σκέφτεσαι «αυτά που λέει είναι χαζομάρες!»… αν εκείνη τη στιγμή είσαι ταυτισμένος με τα περιεχόμενα της συνείδησής σου, τότε, τη στιγμή που η σκέψη αυτή εμφανίζεται, την ίδια στιγμή γίνεται αυτομάτως το «όλον» —η μοναδική αλήθεια— για σένα. Σε ρουφάει όπως σε ρουφάει το κινητό και ξεχνάς κάθε τι άλλο, σε υπνωτίζει όπως όταν βρίσκεσαι μέσα σε ένα όνειρο: όπως το όνειρο είναι το όλον, έτσι και η σκέψη είναι το όλον. Η αυτοσυνείδησή σου —δηλαδή αυτό που αντιλαμβάνεσαι ως το όλον ανά πάσα στιγμή— συρρικνώνεται ώστε να ταυτιστεί με τη σκέψη. Αν, όμως, εκείνη τη στιγμή είσαι ταυτισμένος με τη συνείδηση πίσω και γύρω από τα περιεχόμενά της… αν, με άλλα λόγια, είσαι καλά συνδεδεμένος με το Είναι (με αυτή την αίσθηση του να θυμάσαι με μεγαλύτερη διαύγεια ποιος είσαι και τί είναι η πραγματικότητα, τί έχει πραγματικά σημασία)... τότε, όταν εμφανιστεί στον συνειδησιακό σου χώρο η σκέψη «αυτά που λέει είναι χαζομάρες!», αντί να ταυτιστείς αυτομάτως μαζί της, έχεις την απόσταση να την παρατηρήσεις και να συνδιαλεχθείς μαζί της. Μπορείς, για παράδειγμα, να αποκριθείς «χμμ… αυτή είναι μια κρίση που παράγει το μυαλό μου αυτήν ακριβώς τη στιγμή, αλλά αυτό δε σημαίνει πως είναι και απαραίτητα σωστή… μπορώ να κρατήσω υπόψιν ότι το μυαλό μου μου προσφέρει αυτή τη σκέψη χωρίς να είμαι υποχρεωμένος να την εκλάβω ως αληθή…». Η σύνδεσή σου με το Είναι σου δίνει κάπου να σταθείς για να μην είσαι ταυτισμένος με τις σκέψεις σου.
Όσο, μάλιστα, ενδυναμώνεις την σύνδεσή σου με το Είναι, τόσο λιγότερο χρειάζεται να δώσεις την απάντηση «αυτή η σκέψη δεν είναι απαραίτητα σωστή». Αφού οι σκέψεις παρουσιάζονται ως συνειδησιακά φαινόμενα, ως αντικείμενα μέσα στον συνειδησιακό σου χώρο, ως κομμάτια του όλου, είναι άμεσα εμφανές πως δεν είναι απαραίτητα σωστές. Αντ’αυτού, οι σκέψεις αποτελούν γεγονότα, συμβάντα… που επιδέχονται παρατήρησης και εξερεύνησης όπως κάθε άλλο γεγονός. Βλέπουμε, λοιπόν, ότι η αποταύτιση από τις σκέψεις δε σημαίνει κατ’ανάγκην και απόρριψή τους… δε σημαίνει ότι οι σκέψεις δεν είναι χρήσιμες, ή ότι είναι λανθασμένες. Αντιθέτως, οι σκέψεις περιέχουν πάντα κάποιου είδους αλήθεια: ακόμα και αν το στενό κυριολεκτικό τους νόημα δεν είναι σωστό, ως κομμάτια του όλου —ως κομμάτια της πραγματικότητας— θα ήταν αδύνατο να μην περιέχουν κάποια αλήθεια… αφού είναι κομμάτια πραγματικότητας… Και όταν δεν είσαι ταυτισμένος μαζί τους είναι και προφανές ότι από κάπου έχουν προέλθει, με κάτι άλλο συνδέονται. Κατά κάποιον τρόπο, η αλήθεια που περιέχει μια σκέψη είναι πάντα πολυδιάστατη: κρύβει διαφορετικό νόημα όταν την εξετάσουμε κυριολεκτικά, διαφορετικό νόημα όταν την προσεγγίσουμε συνειρμικά, διαφορετικό νόημα όταν εστιάσουμε στο συναισθηματικό της φορτίο.
Αντίστοιχα, όπως η αποταύτιση από μια σκέψη δεν σημαίνει κατ’ανάγκην και απόρριψή της, έτσι και η αποταύτιση από ένα συναίσθημα δεν σημαίνει κατ’ανάγκην και αποξένωση από αυτό —δεν σημαίνει κατ’ανάγκην και καταπίεση ή απώθησή του. Αντιθέτως, η αποταύτιση από το συναίσθημα αποτελεί προϋπόθεση για να μπορώ να το περιεργαστώ χωρίς αντιδραστικότητα… για να μπορέσω να συνδεθώ και να επικοινωνήσω ουσιαστικά μαζί του… κι έτσι, μέσα από αυτή μου την εξερεύνηση του συναισθήματος, να μάθω κάτι παραπάνω για τον εαυτό μου, για την προσωπικότητά μου… να μάθω κάτι παραπάνω για το βουνό που καλούμαι να πλοηγήσω στο δρόμο προς την βαθύτερη επανασύνδεση με τον πυρήνα της ύπαρξης. Η αποταύτιση από το συναίσθημα είναι προϋπόθεση για να μπορέσω να το συνειδητοποιήσω. Συνειδητοποίηση ενός συναισθήματος θα πει διεύρυνση της αυτοσυνείδησής μου ώστε, ενώ πριν η αυτοσυνείδηση περιεχόταν μέσα στο συναίσθημα, τώρα το συναίσθημα περιέχεται μέσα σε αυτή.
Όταν αποταυτίζεσαι από το Εγώ… όταν, δηλαδή, η αυτοσυνείδησή σου διευρύνεται ώστε σκέψεις, συναισθήματα και αισθήσεις να εμφανίζονται ως αντικείμενα στο συνειδησιακό σου χώρο και όχι ως το «όλον» με το οποίο είσαι διαρκώς ταυτισμένος και εντός του οποίου υπάρχεις… μπορείς να αρχίσεις σιγά σιγά να συνειδητοποιείς πως τα συνειδησιακά αυτά φαινόμενα δεν αποτελούν τίποτε άλλο από τη ρευστή και διαρκώς μεταβαλλόμενη εικόνα του πραγματικού σου εαυτού. Σε αντιδιαστολή με τον ιδεατό σου εαυτό, το καθορισμένο Εγώ που αντιλαμβάνεσαι ως κάτι στατικό, το οποίο στην πραγματικότητα δεν αποτελεί παρά μια έμμονη ιδέα —μια προκατάληψη—… ο πραγματικός σου εαυτός είναι κάτι ρευστό: είναι η κάθε σκέψη, το κάθε συναίσθημα και η κάθε αίσθηση που εμφανίζεται ανά πάσα στιγμή στην αυτοσυνείδησή σου, δηλαδή στο φωτισμένο —το συνειδητοποιημένο— μέρος του Είναι.
Αυτό που είσαι, αυτό που υπάρχει για σένα ανά πάσα στιγμή, δεν είναι παρά η μορφή που παίρνει η αυτοσυνείδησή σου. Ανά πάσα στιγμή, αυτό που είσαι είναι το «όλον». Όταν μια σκέψη έχει απορροφήσει όλη σου την προσοχή, είσαι αυτή η σκέψη. Σίγουρα, την ίδια στιγμή που η σκέψη έχει απορροφήσει όλη σου την προσοχή —την ίδια, δηλαδή, στιγμή που η αυτοσυνείδησή σου έχει συρρικνωθεί ώστε να ταυτίζεται με τη σκέψη— στο ευρύτερο πεδίο της συνείδησης υπάρχει και συναισθηματισμός… αλλά αν δεν έχεις επίγνωσή του —αν δεν βρίσκεται εντός της αυτοσυνείδησής σου, εντός του πλαισίου του κόσμου που βιώνεις— ο συναισθηματισμός αυτός είναι για σένα κάτι το σκοτεινό, κάτι το εξωτερικό, κάτι που δεν είσαι… κάτι σαν τον καιρό ή κάτι σαν μια ακτινοβολία που σε περιβάλλει και σε επηρεάζει χωρίς να το συνειδητοποιείς. Ανά πάσα στιγμή είσαι αυτό που αυτό που κάνει η αυτοσυνείδησή σου και αυτό που συμβαίνει μέσα στην αυτοσυνείδησή σου: αν σε έχει απορροφήσει το κινητό, είσαι αυτό το να είσαι απορροφημένος από το κινητό. Αν ασχολείσαι με το κινητό αλλά ταυτόχρονα παρατηρείς και τις λεπτές αισθήσεις του σώματός σου —αν, δηλαδή, ενώ ασχολείσαι με το κινητό παρατηρείς και πώς αλλάζουν οι συναισθηματικές σου καταστάσεις— τότε είσαι αυτό το να ασχολείσαι με το κινητό και ταυτόχρονα να έχεις επίγνωση του συναισθηματισμού σου. Αν είσαι συνδεδεμένος και με αυτό που συνέβη νωρίτερα (αν ας πούμε είσαι συνδεδεμένος και με το ότι «σήκωσα το κινητό για να δω τον καιρό») τότε είσαι και αυτό.
Έτσι, ανά πάσα στιγμή, αυτό που είσαι είναι αυτό που συνειδητοποιείς. «Συνειδησιακή διεύρυνση» —ή μάλλον, καλύτερα, «αυτοσυνειδησιακή διεύρυνση»— πάει να πει διεύρυνση αυτού που είσαι, αυτού του οποίου έχεις επίγνωση… πάει να πει, δηλαδή, να φωτιστεί ένα μεγαλύτερο κομμάτι του συνειδησιακού σου χώρου. Και μέσα από αυτή την οπτική γωνία, μπορούμε να αντιληφθούμε και λίγο καλύτερα την διαδικασία της λεγόμενης «φώτισης»: το να πλησιάζεις πιο κοντά στη «φώτιση» θα πει να διευρύνεται και να βαθαίνει η αυτοσυνείδηση ώστε να φωτίζει ένα ολοένα και μεγαλύτερο μέρος της συνείδησης.
Αυτή η αυτοσυνειδησιακή διεύρυνση μπορεί να σου επιτρέψει να παρατηρήσεις και πώς σκέψεις και συναισθήματα αλληλεπιδρούν μεταξύ τους: Όσο η αυτοσυνείδησή σου είναι συρρικνωμένη στο βαθμό του να είσαι απόλυτα ταυτισμένος με μια και μόνο γραμμή σκέψης αγνοώντας τον συναισθηματισμό σου —όσο, δηλαδή, ο συναισθηματισμός σου σε περιβάλλει και εσύ βρίσκεσαι μέσα του— είναι αδύνατο να αντιληφθείς πώς οι σκέψεις σου μπορεί να επηρεάζονται από τα συναισθήματά σου. Αν όμως, ταυτόχρονα με τη σκέψη έχεις επίγνωση και του συναισθηματισμού σου —αν, δηλαδή, η αυτοσυνείδησή σου είναι διευρυμένη ώστε ο συναισθηματισμός σου δεν μην είναι κάτι που σε περιβάλλει αλλά κάτι που περιέχεται εντός της αυτοσυνείδησής σου— τότε μπορείς, για παράδειγμα, να παρατηρήσεις πως η σκέψη «αυτά που λέει είναι χαζομάρες!», εκτός από το λεκτικό νόημα που φέρει, συνοδεύεται και από κάποιου είδους συναισθηματική φόρτιση. Και αυτό σου δίνει τη δυνατότητα περαιτέρω εξερεύνησης: μπορείς πχ να αναρωτηθείς «καλά, και έστω ότι ο άλλος κάνει όντως λάθος… εγώ, ωστόσο, γιατί θύμωσα?», ή να αναλογιστείς «ίσως να μου φαίνονται χαζομάρες επειδή ενεργοποίησαν κάποιο συναίσθημα που μοιάζει πολύ με ένα συναίσθημα που είχα μικρός», και ούτω καθεξής…
Έτσι ανοίγεται μπροστά σου ένα νέο μονοπάτι που μπορείς να εξερευνήσεις, και που ίσως να κρύβει λύσεις σε προσωπικά σου προβλήματα που έως τώρα παρέμεναν άλυτα. Ίσως το μονοπάτι αυτό να παρακάμπτει τα γκρέμια που δεν έχεις έως τώρα καταφέρει να σκαρφαλώσεις. Αυτή η αυτοσυνειδησιακή διεύρυνση που σου προσφέρει τη δυνατότητα να αλληλεπιδράσεις με τα συναισθήματα και τις σκέψεις σου αντί να βρίσκεσαι εγκολπωμένος μέσα τους παραμένοντας έρμαιό τους, αυξάνει το εύρος των διαθέσιμων επιλογών σου: σου προσφέρει πλουσιότερες δυνατότητες ερμηνείας και αλληλεπίδρασης με τα φαινόμενα που συναντάς στον εσωτερικό και τον εξωτερικό κόσμο… σου επιτρέπει να έχεις λιγότερο αντιδραστική και περισσότερο δημιουργική στάση απέναντί τους… Δηλαδή ανοίγει και τη δυνατότητα της συνειδητής αλληλεπίδρασης με το Εγώ σου… ανοίγει τη δυνατότητα της συνειδητής αλλαγής, της αυτοποίησης!
Ο Γιούνγκ κάποτε είπε «μέχρι να κάνεις το ασυνείδητο συνειδητό, αυτό θα κατευθύνει τη ζωή σου και εσύ θα το αποκαλείς πεπρωμένο»… μια φράση στην οποία αντηχούν τα λόγια του Ηράκλειτου που χιλιάδες χρόνια νωρίτερα είχε πει «ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων», δηλαδή ο χαρακτήρας —η προσωπικότητα— του ανθρώπου είναι η μοίρα του. Από την άλλη, όσο η αυτοσυνείδησή σου διευρύνεται… όσο περισσότερο γίνεται αυτό το «κλικ» που σε ξυπνάει σε μια ευρύτερη, πιο αληθινή πραγματικότητα… όσο ισχυρότερο γίνεται το ενοποιητικό νήμα που σε κρατάει συνδεδεμένο με την ανάμνηση του ποιος είσαι και τί έχει αληθινά σημασία… τόσο περισσότερα μονοπάτια ανοίγονται μπροστά σου, τόσο μεγαλύτερη ελευθερία κίνησης αποκτάς. Επιλογές για σένα υπάρχουν μόνο εντός του κόσμου που βλέπεις… και η αυτοσυνειδησιακή διεύρυνση είναι σαν μια διεύρυνση του υπαρξιακού οπτικού σου πεδίο. Μπορεί αρχικά να ακούγεται παράδοξο, αλλά η σταδιακή αποταύτιση από το στενό Εγώ της εγωκεντρικότητας και του ατομικισμού, και η ολοένα και πιο διαυγής αναγνώριση του άνευ όρων Είναι και η ολοένα και στενότερη σύνδεσή σου μαζί του ως αυτού που κατοικεί στον πυρήνα της ύπαρξής σου —δηλαδή ως αυτού που πραγματικά είσαι— σου προσφέρει τελικά περισσότερους τρόπους κίνησης στον κόσμο… σου ανοίγει έναν ευρύτερο χώρο ύπαρξης… σου χαρίζει ουσιαστικότερη ελευθερία!
6. Η βαθύτερη φύση μας είναι κοινή
Αυτή η θεμελιώδης συνειδητοποίηση γύρω από τη φύση του Είναι ως υπαρξιακού πυρήνα του εαυτού οδηγεί στην επόμενη σημαντική συνειδητοποίηση: το καθαρό —το γενικό και ανεξάρτητο— Είναι, και η απόλυτα αφηρημένη υποκειμενικότητα που πηγάζει από αυτό (δηλαδή η υποκειμενικότητα —το εγώ— από την οποία έχουν αφαιρεθεί όλα τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά… ηλικία, φύλο, αναμνήσεις, προτιμήσεις, κοκ), αυτό το άνευ όρων υποκείμενο… ως άνευ όρων, δηλαδή ως ανεξάρτητο από τους επικαθήμενους καθορισμούς, από τα συμβεβηκότα, είναι κάτι καθολικό… δηλαδή κάτι κοινό που όλοι μοιραζόμαστε. Αφού ο υπαρξιακός πυρήνας είναι άνευ όρων, ο δικός μου υπαρξιακός πυρήνας δεν διαφέρει από τον δικό σου. Όταν, δηλαδή, είμαι ταυτισμένος όχι με το καθορισμένο Εγώ, αλλά με το άνευ όρων υποκείμενο που βρίσκεται στον πυρήνα της ύπαρξής μου, τότε μπορώ να αναγνωρίσω ότι το ίδιο και απαράλλακτο άνευ όρων υποκείμενο βρίσκεται και στον πυρήνα της δικής σου ύπαρξης. Όταν αντιλαμβάνομαι τον εαυτό μου ως αυτό που ήταν και παραμένει κοινό μέσα μου και όταν ήμουν τεσσάρων, και όταν ήμουν δεκατεσσάρων, και σήμερα… τότε μπορώ να αναγνωρίσω τον εαυτό μου μέσα σου.
Αυτό γίνεται άμεσα εμφανές αν καταφέρει κανείς να θυμηθεί πως μοιάζει ο κόσμος μέσα από τα παιδικά μάτια… Ως παιδιά μας έχουν συμβεί πολύ λιγότερα πράγματα, έχουμε πολύ λιγότερες γνώσεις, πολύ λιγότερες αναμνήσεις… είμαστε πολύ λιγότερο ταυτισμένοι με ένα στερεοποιημένο —ορισμένο και περιορισμένο— Εγώ… είμαστε πολύ πιο κοντά στον πυρήνα της ύπαρξης… Πάνω στο πρωταρχικό καθαρό Είναι έχουν επικαθίσει πολύ λιγότεροι καθορισμοί, άρα η υπαρξιακή απόσταση μεταξύ μας —η απόσταση μεταξύ του πυρήνα μου και του πυρήνα σου— είναι πολύ μικρότερη. Όταν, λοιπόν, ως μικρά παιδιά κοιτάζαμε ένα άλλο παιδί, υπήρχε μια άμεση αμοιβαία αναγνώριση του κοινού… πλησιάζαμε και απλά λέγαμε «γειά, θες να παίξουμε;». Και, αν μπορέσει κανείς να θυμηθεί πώς ήταν να βλέπουμε τους ενήλικες … τους μεγάλους! …ήταν σαν να βρίσκονται σε έναν άλλον κόσμο, σαν να μην μπορούν να μας δουν πραγματικά. Και μια φορά στο τόσο μπορεί να βρισκόταν ένας μεγάλος που σε κοίταζε στα μάτια και το βλέμμα του ήταν ζωηρό! …και σου χαμογελούσε πονηρά! …μπορεί να σου’κλεινε και το μάτι έτσι στα πεταχτά, σαν μυστικό, να μην μας δουν οι άλλοι μεγάλοι… σαν να σου λεγε «σε βλέπω… ξέρω… θυμάμαι… είμαι και γω εδώ… είμαστε εδώ μαζί»… σαν κάποιος που κατοικούσε και στον κόσμο των ενηλίκων αλλά ήταν και εδώ μαζί μας, αναγνώριζε και εξέφραζε το κοινό.
Κατά βάσιν, ο κάθε άνθρωπος είναι μια διαφορετική εκδοχή του εαυτού σου.
Ο Χέγκελ παρατηρεί πως αυτή η αλήθεια βρίσκεται και αυτή κωδικοποιημένη στη γλώσσα. Μας λέει: «Όταν λέω “Εγώ”, παρότι εννοώ “εμένα, αυτό το μοναδικό Εγώ”, αυτό που πραγματικά λέω είναι όλα τα Εγώ εν γένει. Όλοι είναι αυτό που λέω, όλοι είναι “Εγώ, αυτό το μοναδικό Εγώ”». Το δικό μου άνευ όρων εγώ και το δικό σου άνευ όρων εγώ έχουν ακριβώς την ίδια ποιότητα, ακριβώς τον ίδιο χαρακτήρα, ακριβώς την ίδια φύση. Αποτελούν απορροές, βλαστάρια του ίδιου καθαρού Είναι, διαφέρουν μόνο στο ότι βλέπουν τον κόσμο από διαφορετική γωνία. Και εσύ εγώ είσαι που γνωρίζει και αναμετριέται με διαφορετικές συνθήκες. Αν είσαι συνδεδεμένος με την ανάμνηση της αλήθειας (αν και στο βαθμό που κάνεις αυτό το «κλικ» με τον χαρακτήρα της αφύπνισης), τότε όταν κοιτάζεστε στα μάτια με έναν άλλον άνθρωπο —ή ακόμα και ένα άλλο ζώο—, μπορείς να δεις το Είναι —το ίδιο Είναι που κατοικεί στα θεμέλια της ύπαρξής σου— να σε κοιτάζει μέσα από τα μάτια του άλλου.
Η μόνη διαφορά ανάμεσα στο δικό μου άνευ όρων εγώ και το δικό σου άνευ όρων εγώ, είναι πως βλέπουν τον κόσμο από διαφορετική οπτική γωνία… και τον βλέπουν μέσα από τους διαφορετικούς καθορισμούς —τα διαφορετικά συμβεβηκότα— που έχουν επικαθήσει στο κοινό Είναι. Αυτό το αμάλγαμα των επικαθήμενων καθορισμών, που συνθέτει τον χαρακτήρα —τη στερεοποιημένη προσωπικότητα—, λειτουργεί σαν ένα πρίσμα… μέσα από το οποίο το πρωταρχικό καθαρό Είναι βλέπει τον κόσμο. Δηλαδή ο στερεοποιημένος χαρακτήρας μας, που επικάθεται στο Είναι, ερμηνεύει και φιλτράρει —άρα τροποποιεί, παραμορφώνει— την εικόνα του κόσμου που βλέπουμε.
Αυτή η συνειδητοποίηση μπορεί να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε μια σειρά αινιγματικών προτάσεων από διαφορετικές πνευματικές παραδόσεις απ’τα μήκη και τα βάθη της ιστορίας. Ο Λάο Τσε, ο πατέρας του Ταοϊσμού, είχε πει ότι η γνώση αποκτάται με καθημερινή πρόσθεση, αλλά το Τάο αποκτάται με καθημερινή αφαίρεση. O Σωκράτης εξήγησε το χρησμό της Πυθίας που έλεγε πως αυτός ήταν o σοφότερος άνθρωπος στην Αθήνα παρατηρώντας πως όλοι οι άλλοι έχουν πολλές γνώσεις ενώ αυτός γνωρίζει μόνο πως δεν γνωρίζει τίποτα. Στον Ινδουισμό, οι Ουπανισάδες λένε πως το να ξέρεις είναι το να μην ξέρεις, και το να μην ξέρεις είναι το να ξέρεις. Ο Ιησούς είχε πει πως η βασιλεία των ουρανών ανήκει στους πτωχούς τῷ πνεύματι, και πως δεν θα την φτάσουμε αν δεν γίνουμε όπως τα παιδιά. O Σούφι ποιητής Ρουμί είχε γράψει «πούλα την εξυπνάδα σου και αγόρασε την απορία. Η εξυπνάδα είναι απλά γνώμη· η απορία είναι άμεση όραση». Ο βουδιστής μοναχός Τικ Νιάτ Χαν είχε πει «για να μας αποκαλυφθούν τα πράγματα, πρέπει να εγκαταλείψουμε τις απόψεις μας για αυτά». Ο Κρισναμούρτι είχε πει «η ικανότητα να παρατηρείς χωρίς να αξιολογείς είναι η υψηλότερη μορφή νοημοσύνης».
Όταν, λοιπόν, στέκεσαι στην άνευ όρων οπτική θέση προς τον κόσμο, και βιώνεις τους προσδιορισμούς του συγκεκριμένου Εγώ σου (την αυτοεικόνα σου, τις σκέψεις σου, τα συναισθήματά σου, τις προτιμήσεις σου…) ως κάτι επιπλέον εσού, σαν ένα μανδύα που φοράς και που μεσολαβεί ανάμεσα σε σένα και στον εξωτερικό κόσμο… σαν κάτι το οποίο μπορείς να εξερευνήσεις… όταν, δηλαδή, βλέπεις τον εσωτερικό σου κόσμο ως ένα επιπλέον στρώμα του κόσμου της εμπειρίας και όχι ως κάτι με το οποίο ταυτίζεσαι απόλυτα, όχι ως αυτό το οποίο είσαι… τότε κοιτάζοντας τον άλλο στα μάτια μπορείς να δεις το ίδιο Είναι που κατοικεί μέσα σου να σε κοιτάζει μέσα από τα μάτια του άλλου. Την ίδια, ωστόσο, στιγμή, ο άλλος μπορεί να μην είναι συνδεδεμένος με αυτή την αλήθεια-ανάμνηση που κατοικεί στα θεμέλια της ύπαρξής του, μπορεί να μην έχει μια ενοποιημένη συνείδηση που να του επιτρέπει να αντιλαμβάνεται τη βαθύτερη φύση του ώστε να μην ταυτίζεται πλήρως με το Εγώ του, μπορεί να είναι υπό την επήρεια αυτού που ο Χάιντεγκερ αποκαλούσε ως τη «λήθη του Είναι»… Αν, λοιπόν, εκείνη τη στιγμή ο άλλος είναι πλήρως ταυτισμένος με το καθορισμένο Εγώ του, θα σε κοιτάζει ως κάτι θεμελιωδώς ξένο. Εκείνη, λοιπόν, τη στιγμή υπάρχει μια αντίθεση που δημιουργεί ενός είδους ένταση: όσο περισσότερο ο άλλος σε βλέπει ως κάτι εγγενώς διαφορετικό από τον ίδιο, τόσο περισσότερο ωθείσαι να νιώσεις ως κάτι εγγενώς διαφορετικό από αυτόν… τόσο ισχυρότερη είναι η τάση να επιστρέψεις από την πραγματικότητα στο όνειρο… να συρρικνωθεί το «όλον» σου… να υπνωτιστείς όπως υπνωτίζεσαι όταν σε ρουφάει το κινητό. Δηλαδή η εσωτερική αποξένωση —η αλλοτρίωση— είναι κάτι το μεταδοτικό. Στην άλλη πλευρά αυτής της αντίθεσης, ωστόσο, όσο εσύ παραμένεις ταυτισμένος με το Είναι, όσο ισχυρότερο είναι το νήμα που σε συνδέει με την αλήθεια-ανάμνηση της θεμελιώδους φύσης σου, τόσο περισσότερο τείνεις να την υπενθυμίζεις και στον άλλον… και τόσο περισσότερο τον προσκαλείς να σε αναγνωρίσει σαν κάτι όμοιο και όχι σαν κάτι ξένο.
Οι σχέσεις έχουν αυτό το χαρακτηριστικό: όσο περισσότερο ο άλλος με βλέπει και μου συμπεριφέρεται ως κάτι διαφορετικό, ως κάτι ξένο, ως κάτι που αντι-τίθεται [που στέκεται απέναντι] στην δική του ύπαρξή (και άρα κάτι που περιορίζει την ελευθερία του)… τόσο περισσότερο θα λαμβάνει αμυντική —άρα συνάμα και επιθετική— στάση απέναντί μου, τόσο περισσότερο θα αντιμετωπίζει τη σχέση μας ως ένα πεδίο ανταγωνισμού, τόσο περισσότερο θα στέκεται αυτός ως κάτι διαφορετικό απέναντί μου… τόσο περισσότερο θα μου αντιτίθεται ο ίδιος. Και όσο περισσότερο ο άλλος μου αντιτίθεται, τόσο περισσότερο έχω και εγώ την τάση να τον βλέπω και να του συμπεριφέρομαι ως κάτι διαφορετικό. Και βέβαια το ίδιο ισχύει και από την ανάποδη: όσο περισσότερο βλέπω και συμπεριφέρομαι στον άλλο ως κάτι αντίθετο, τόσο περισσότερο θα έχει την τάση μου αντιτίθεται (και, με αυτόν τον τρόπο, να ενισχύει την αίσθησή μου ότι είναι κάτι αντίθετο). Υπάρχει, δηλαδή, μια αυτοανατροφοδοτούμενη δυναμική αλλοτρίωσης.
Αλλά, στη σχεσιακή δυναμική υπάρχει και η αντίθετη τάση. Όσο λιγότερο ο άλλος μου αντιτίθεται, όσο λιγότερο αμυντική-επιθετική είναι η στάση του απέναντί μου, όσο λιγότερο μου συμπεριφέρεται ως κάτι ξένο και διαφορετικό με το οποίο ανταγωνίζεται… δηλαδή όσο περισσότερο μου φέρεται όχι ως άλλον, αλλά ως εαυτόν… τόσο λιγότερο νιώθω την ελευθερία του να περιορίζει τη δική μου, επομένως τόσο λιγότερο νιώθω την ανάγκη να λάβω ανταγωνιστική στάση απέναντί του… τόσο πιο ασφαλής αισθάνομαι, τόσο πιο ουσιαστική αναγνώριση νιώθω, τόσο πιο ελεύθερος αισθάνομαι να είμαι απλά ο εαυτός μου. Όταν κάποιος με κοιτάζει με ένα βλέμμα αναγνώρισης, με ένα βλέμμα άνευ όρων αποδοχής, μου παρέχει τον χώρο απλά να είμαι. Και όσο πιο ευαίσθητος είμαι στο άνοιγμα του άλλου, όσο περισσότερο μπορώ να αναγνωρίσω και να ανταποκριθώ στην πρόσκλησή του να τον δω ως κάτι όμοιο παρά κάτι ξένο, τόσο περισσότερο του επιτρέπω και τον προσκαλώ να κάνει το ίδιο απέναντί μου. Υπάρχει, δηλαδή, και μια αυτοανατροφοδοτούμενη δυναμική συμφιλίωσης.
Στα θεμέλια των σχέσεων κατοικεί αυτό το καθρέφτισμα: όσο περισσότερο βλέπω τον άλλο ως διαφορετικό, τόσο περισσότερο ενισχύω μέσα του την τάση να με δει με τον ίδιο τρόπο. Και όσο περισσότερο βλέπω τον άλλον ως όμοιο, ως ισάξιο, ως κάποιον η ουσία του οποίου είναι κοινή με τη δική μου… τόσο περισσότερο ενισχύω μέσα του την τάση να κάνει το ίδιο. Και μέσα από αυτό το πρίσμα, ίσως αρχίζει να αποκτάει νόημα μια ακόμα δυσνόητη ρύση του Λάο Τσε που μας λέει:
Δεν υπάρχει μεγαλύτερη ψευδαίσθηση από το φόβο,
ούτε μεγαλύτερο σφάλμα απ’το να προετοιμάζεσαι να αμυνθείς,
ούτε μεγαλύτερη συμφορά απ’το να έχεις έναν εχθρό.
Αυτός που μπορεί να δει μέσα από κάθε φόβο, θα είναι πάντοτε ασφαλής.
Μέσα από αυτό το πρίσμα αποκτάει νόημα και το παράγγελμα του Ιησού να «ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν». Νομίζω, δηλαδή, πως από μόνο του αυτό το παράγγελμα μπορεί να παρερμηνευτεί ως μια υποχρέωση, ως ένας εξωτερικός νόμος με τον οποίο οφείλεις να συμμορφωθείς, ως κάτι που πρέπει να επιβάλλεις στον εαυτό σου περιορίζοντας, έτσι, την ελευθερία σου. Αυτός ο καταπιεστικός περιορισμός ίσως να μπορεί να αναιρεθεί αν προσεγγίσουμε το παράγγελμα αυτό όχι ως μια εξωτερική διαταγή αλλά ως ένα εσωτερικό ερώτημα, ως ένα προσωπικό αίνιγμα: πώς είναι δυνατόν να αγαπήσω τον πλησίον μου όπως αγαπάω τον εαυτό μου? Νομίζω η απάντηση έχει ήδη αρχίσει να φανερώνεται: αρχικά με την κατανόηση της βαθύτερης φύσης του εαυτού και με την αναγνώριση της ίδιας ακριβώς φύσης στον διπλανό μου… και, στη συνέχεια, με την ολοένα και ισχυρότερη σύνδεση με αυτή τη διπλή συνειδητοποίηση σε υπαρξιακό επίπεδο… δηλαδή με την παρουσία αυτής της συνειδητοποίησης στην άμεση εμπειρία (και όχι με την παραμονή της μόνο στον κόσμο των σκέψεων και των ηθικών επιταγών)… δηλαδή με το να αναγνωρίζεις στα μάτια του άλλου, τη στιγμή που κοιτάς μέσα τους, το ίδιο Είναι που την ίδια ακριβώς στιγμή νιώθεις να κατοικεί στα βάθη του εαυτού σου…
7. Το κάτι που δεν είναι κάτι
Ουφ!… Παιδιά κατανοώ ότι μπορεί να είναι κουραστικά τόσα πολλά λόγια… και πιστέψτε με συμπάσχω! Αυτό το πράγμα, που δεν είναι πράγμα… αυτό το Είναι… αυτό που έχουν προσπαθήσει να προσεγγίσουν με διαφορετικούς τρόπους τόσες πνευματικές και φιλοσοφικές παραδόσεις… όταν το αντιληφθείς είναι κάτι απλά εμφανές, αλλά με το που πας να το περιγράψεις —να το ορίσεις— για να το επικοινωνήσεις σε κάποιον άλλον, διαρκώς ξεγλιστράει. Σιγά σιγά συνειδητοποιείς, λοιπόν, ότι «όντως, δεν γίνεται να χωρέσει σε λόγια… έτσι, αντί να του το δώσω, πρέπει να βρω έναν τρόπο να βοηθήσω τον άλλον να το ψάξει —αν ο ίδιος θέλει— μόνος του». Εδώ, ωστόσο, παραμονεύει μονίμως ο κίνδυνος να ερμηνεύσει ο παραλήπτης τα λόγια κυριολεκτικά. Να εκλάβει, για παράδειγμα, αυτή την «ουσία» που αποτελεί την «πρώτη ύλη» της ύπαρξης ως μια ουσία σαν όλες τις άλλες, δηλαδή ως ένα ακόμα αντικείμενο του κόσμου των φαινομένων, ως ένα ακόμα περιεχόμενο της συνείδησης. Αυτό εκφράζει και η έννοια της «ειδωλολατρίας»: τον κίνδυνο να δεις την ίδια την εικόνα ως το ιερό, αντί του να δεις μέσα από την εικόνα προς το ιερό (το οποίο καθαυτό δεν μπορεί να συλληφθεί σε καμιά εικόνα όπως δεν μπορεί να συλληφθεί σε καμιά λέξη). Σε μια τέτοια περίπτωση, η εικόνα αποκρύπτει την αλήθεια αντί να λειτουργεί ως μια υπενθύμισή της.
Από την άλλη, είναι σημαντικό να μιλήσουμε για την ύπαρξη. Και είναι σημαντικό και για να βοηθήσουμε τους άλλους να την πλησιάσουν, να την ξαναθυμηθούν, αλλά και για να βοηθήσουμε τον ίδιο μας τον εαυτό να την ξαναθυμάται. Επειδή, ακόμα και αφού ανακαλύψει κανείς το Είναι, αυτό συνεχίζει να έχει την ιδιότητα να ξανακρύβεται. Δηλαδή, ακόμα και αν ξυπνήσουμε και συνδεθούμε με την ανάμνηση του ποιος είμαι και τί έχει αληθινά σημασία, εξακολουθούμε να έχουμε την τάση να ξαναπέφτουμε σε λήθαργο, να ξαναξεχνάμε. Όταν κανείς θυμηθεί, όταν ανοίξει να μάτια του και αναγνωρίσει μπροστά του το Είναι, καλείται μετά να καλλιεργήσει τη σχέση του μαζί του: καλείται να το ξαναθυμάται όλο και συχνότερα, να παραμένει όλο και πιο κοντά του. Γι’αυτό το να βρούμε διαφορετικούς τρόπους να το περιγράψουμε με λόγια μπορεί να λειτουργήσει για μας σαν ένα χάρτης του κρυμμένου θησαυρού… σαν μια σήραγγα που μπορεί να μας ενώσει με τον πυρήνα της ύπαρξης —με αυτό που έχει πραγματική αξία. Αλλά, σαν τις μαγικές πύλες των παραμυθιών, που συχνά μοιάζουν με απλούς βράχους ή απλούς τοίχους και η είσοδός σου εξαρτάται από την ικανότητά σου να τις αναγνωρίσεις, ή που αν δε θυμηθείς τον μυστικό κωδικό δεν οδηγούν πουθενά… έτσι και εδώ, αν δεν αναγνωρίσεις —ή αν δεν ξαναθυμηθείς— πώς να ερμηνεύσεις μια περιγραφή του Είναι, θα σε κρατήσει παγιδευμένο στον κόσμο των φαινομένων.
Γι’αυτό είναι σημαντικό να κρατάμε κατά νου αυτό που είπαμε και στην αρχή: καμία περιγραφή του Είναι δεν είναι κυριολεκτική. Για την ακρίβεια, το ότι είναι «κάτι που δεν είναι καν κάτι», θα πει ότι δεν πρόκειται καν για ουσιαστικό… δεν έχει γένος… δεν είναι ούτε αρσενικό, ούτε θηλυκό, ούτε ουδέτερο… Και, αφού δεν πρόκειται για ουσιαστικό, αυτό θα πει και πως δεν είναι ούτε αντικείμενο ούτε υποκείμενο… ή, πώς είναι συνάμα και αντικείμενο και υποκείμενο… Και αυτές οι δυο εκφράσεις —πως δεν είναι ούτε αντικείμενο ούτε υποκείμενο, και πως είναι συνάμα και αντικείμενο και υποκείμενο— προσπαθούν να περιγράψουν χωρίς να περιγράφουν (αφού δεν περιγράφεται) το ίδιο κάτι που δεν είναι κάτι. Αυτή την ταύτιση υποκειμένου και αντικειμένου και, μέσα από αυτήν, την αναίρεση και των δυο, φωτίζει με απαράμιλλα αριστοτεχνικό τρόπο η φράση του χριστιανού μυστικιστή θεολόγου Μέιστερ Έκχαρτ: «το μάτι μέσα απ’το οποίο βλέπω το Θεό είναι το ίδιο μάτι μέσα απ’το οποίο ο Θεός βλέπει εμένα».
Όλοι οι τρόποι να μιλήσεις για αυτό, λοιπόν, είναι κυριολεκτικά λανθασμένοι… Είναι σαν να βαστάς στα χέρια σου έναν χάρτη και να ψάχνεις μέσα στον χάρτη για να βρεις την πραγματική τοποθεσία. Η γλώσσα δεν είναι δυνατόν να περιέχει την ουσία, την πρώτη ύλη του νοήματος… Η γλώσσα —όπως και ο χάρτης— μπορεί να περιέχει μόνο μορφολογία, δομή, σχέσεις. Αυτό που καλείται να κάνει κανείς όταν ακούει ένα βίντεο σαν και αυτό, ή όταν διαβάζει φιλοσοφία, ή θρησκευτικά κείμενα, ή μυθολογία, ή ποίηση… είναι να νιώσει —να αντιληφθεί με τα μάτια του νου— τη μορφολογία τους… την πληροφορία που περιέχουν κωδικοποιημένη όχι ως συγκεκριμένο περιεχόμενο αλλά ως δομή… και να ψάξει στην προσωπική του εμπειρία —μέσα του και μέσα στη σχέση του με τον υπόλοιπο κόσμο— για κάτι ανάλογο… για κάτι με παρόμοια μορφή.
Η κορφή του υπαρξιακού βουνού δεν βρίσκεται μέσα στην ύπαρξη, αλλά είναι η ίδια η ύπαρξη μέσα στην οποία βρίσκεται το βουνό. Ο χάρτης προσπαθεί να μας δείξει το δρόμο έξω από το σύμπαν!
Με τα λόγια του Ρουμί:
Πέρα από το λάθος και το σωστό, υπάρχει ένας τόπος
Σ’αυτόν τον πνευματικό τόπο απλώνεται για μας ένα λιβάδι
Όταν η αγάπη ξαπλώσει σε εκείνο το λιβάδι
Ούτε το λάθος απομένει, ούτε το σωστό.
…
Υπάρχουν πολλά ακόμα που θα μπορούσαμε να πούμε. Η σημερινή κουβέντα ανοίγει πολλές πόρτες… μέσα απ’αυτήν απλώνονται πολλά κλαδιά, πολλές άκρες που θα μπορούσαμε να ακολουθήσουμε και να ανακαλύψουμε θησαυρούς ολάκερους! Αλλά αυτά είναι αρκετά για σήμερα.
Σας ευχαριστώ πολύ για το χρόνο σας και για την προσοχή σας!