The story goes that king Thamus said many things to god Thoth in praise or blame of the various arts, which it would take too long to repeat; but when they came to the letters…
“This invention, O king,” said Thoth, “will make the Egyptians wiser and will improve their memories; for it is an elixir of memory and wisdom that I have discovered.”
But Thamus replied, “Most ingenious Thoth, one man has the ability to create arts, but it’s another man who has the ability to judge of their usefulness or harmfulness to their future users… And now you, who are the father of letters, have been led by your affection to ascribe to them a power the opposite of that which they really possess. For this invention will produce forgetfulness in the minds of those who learn to use it, because they will not practice their memory. Their trust in writing, produced by external characters which are no part of themselves, will discourage the use of their own memory within them. You have invented an elixir not of memory, but of reminding… and you offer your pupils the appearance of wisdom, not true wisdom… for they will read many things without instruction and will therefore seem to know many things, when they are for the most part ignorant and hard to get along with, since they are not wise, but only appear wise.”
[…]
They used to say, my friend, that the words of the oak in the holy place of Zeus at Dodona were the first prophetic utterances. The people of that time, not being so wise as you young folks, were content in their simplicity to hear an oak or a rock, provided only it spoke the truth… But to you, perhaps, it makes a difference who the speaker is and where he comes from, for you do not consider only whether his words are true or not.
He who thinks, then, that he has left behind him any art in writing, and he who receives it in the belief that anything in writing will be clear and certain, would be an utterly simple person, and in truth ignorant of the prophecy of Thamus, if he thinks written words are of any use except to remind him who already knows the matter about which they are written.
Writing, Phaedrus, has this strange quality, and is very much like painting—for the creatures of painting stand like living beings, but if one asks them a question, they preserve a solemn silence. And so it is with written words: you might think they spoke as if they had intelligence, but if you question them, wishing to know about their sayings, they always say only one and the same thing. And every word, once it has been written, is bandied about alike among those who understand and those who have no interest in it, and it knows not to whom to speak or not to speak… And when ill-treated or unjustly reviled it always needs its father to help it… for it has no power to protect or help itself.
~ Plato
——————————————
ὦ τεχνικώτατε Θεύθ, ἄλλος μὲν τεκεῖν δυνατὸς τὰ τέχνης, ἄλλος δὲ κρῖναι τίν᾽ ἔχει μοῖραν βλάβης τε καὶ ὠφελίας τοῖς μέλλουσι χρῆσθαι: καὶ νῦν σύ, πατὴρ ὢν γραμμάτων, δι᾽ εὔνοιαν τοὐναντίον εἶπες ἢ δύναται. τοῦτο γὰρ τῶν μαθόντων λήθην μὲν ἐν ψυχαῖς παρέξει μνήμης ἀμελετησίᾳ, ἅτε διὰ πίστιν γραφῆς ἔξωθεν ὑπ᾽ ἀλλοτρίων τύπων, οὐκ ἔνδοθεν αὐτοὺς ὑφ᾽ αὑτῶν ἀναμιμνῃσκομένους: οὔκουν μνήμης ἀλλὰ ὑπομνήσεως φάρμακον ηὗρες. σοφίας δὲ τοῖς μαθηταῖς δόξαν, οὐκ ἀλήθειαν πορίζεις: πολυήκοοι γάρ σοι γενόμενοι ἄνευ διδαχῆς πολυγνώμονες εἶναι δόξουσιν, ἀγνώμονες ὡς ἐπὶ τὸ πλῆθος ὄντες, καὶ χαλεποὶ συνεῖναι, δοξόσοφοι γεγονότες ἀντὶ σοφῶν.
[…]
Οἱ δέ γ᾽, ὦ φίλε, ἐν τῷ τοῦ Διὸς τοῦ Δωδωναίου ἱερῷ δρυὸς λόγους ἔφησαν μαντικοὺς πρώτους γενέσθαι. τοῖς μὲν οὖν τότε, ἅτε οὐκ οὖσι σοφοῖς ὥσπερ ὑμεῖς οἱ νέοι, ἀπέχρη δρυὸς καὶ πέτρας ἀκούειν ὑπ᾽ εὐηθείας, εἰ μόνον ἀληθῆ λέγοιεν· σοὶ δ᾽ ἴσως διαφέρει τίς ὁ λέγων καὶ ποδαπός. οὐ γὰρ ἐκεῖνο μόνον σκοπεῖς, εἴτε οὕτως εἴτε ἄλλως ἔχει;
Οὐκοῦν ὁ τέχνην οἰόμενος ἐν γράμμασι καταλιπεῖν, καὶ αὖ ὁ παραδεχόμενος ὥς τι σαφὲς καὶ βέβαιον ἐκ γραμμάτων ἐσόμενον, πολλῆς ἂν εὐηθείας γέμοι καὶ τῷ ὄντι τὴν Ἄμμωνος μαντείαν ἀγνοοῖ, πλέον τι οἰόμενος εἶναι λόγους γεγραμμένους τοῦ τὸν εἰδότα ὑπομνῆσαι περὶ ὧν ἂν ᾖ τὰ γεγραμμένα.
Δεινὸν γάρ που, ὦ Φαῖδρε, τοῦτ᾽ ἔχει γραφή, καὶ ὡς ἀληθῶς ὅμοιον ζωγραφίᾳ. καὶ γὰρ τὰ ἐκείνης ἔκγονα ἕστηκε μὲν ὡς ζῶντα, ἐὰν δ᾽ ἀνέρῃ τι, σεμνῶς πάνυ σιγᾷ. ταὐτὸν δὲ καὶ οἱ λόγοι· δόξαις μὲν ἂν ὥς τι φρονοῦντας αὐτοὺς λέγειν, ἐὰν δέ τι ἔρῃ τῶν λεγομένων βουλόμενος μαθεῖν, ἕν τι σημαίνει μόνον ταὐτὸν ἀεί. ὅταν δὲ ἅπαξ γραφῇ, κυλινδεῖται μὲν πανταχοῦ πᾶς λόγος ὁμοίως παρὰ τοῖς ἐπαΐουσιν, ὡς δ᾽ αὕτως παρ᾽ οἷς οὐδὲν προσήκει, καὶ οὐκ ἐπίσταται λέγειν οἷς δεῖ γε καὶ μή. πλημμελούμενος δὲ καὶ οὐκ ἐν δίκῃ λοιδορηθεὶς τοῦ πατρὸς ἀεὶ δεῖται βοηθοῦ· αὐτὸς γὰρ οὔτ᾽ ἀμύνασθαι οὔτε βοηθῆσαι δυνατὸς αὑτῷ.
——————————————
Ήκουσα λοιπόν ότι περί την Ναύκρατιν (72) της Αιγύπτου εγεννήθη τις εκ των εκεί παλαιών θεών, του οποίου είναι ιερόν το όρνεον, όπερ καλούσιν ίβιν· το όνομα δε του θεού τούτου είναι Θευθ. Αυτός πρώτος εύρε και τον αριθμόν και τον λογαριασμόν και την γεωμετρίαν και την αστρονομίαν, προσέτι δε τα διά πεσσών και κύβων παιγνίδια και τέλος και την γραφήν· της Αιγύπτου δε όλης ότε ήτο βασιλεύς ο Θαμούν, κατοικών εις την μεγάλην πόλιν του άνω τόπου, την οποίαν οι Έλληνες καλούσιν Αιγυπτίας Θήβας και τον θεόν αυτής Άμμωνα (73), εις τούτον ελθών ο Θευθ τας τέχνας του εξέθηκε και υπεστήριξεν ότι έπρεπε να διαδοθώσιν εις τους άλλους Αιγυπτίους. Ο δε Θαμούν τον ηρώτησε ποίαν ωφέλειαν παρέχει εκάστη τέχνη, εν ώ δε ο Θευθ ανέπτυσσε τας εφευρέσεις του, εκείνος άλλας μεν έψεγεν, άλλας δ' επήνει. Αλλά μακρός λόγος θα εχρειάζετο διά να διεξέλθωμεν όσα πολλά επιχειρήματα υπέρ ή κατά εκάστης τέχνης λέγεται ότι απεφάνθη ο Θαμούν εις τον Θευθ· όταν δε εις την γραφήν έφθασεν, είπεν ο Θευθ· τούτο δε, ω βασιλεύ, το μάθημα θα κάμη τους Αιγυπτίους σοφωτέρους και μνημονικωτέρους· διότι ευρέθη της μνήμης και της σοφίας το φάρμακον. Ο δε Θαμούν απεκρίθη· εφευρετικώτατε Θευθ, άλλος μεν έχει την δύναμιν να επινοή την τέχνην, άλλος δε να κρίνη ποίον μέρος ωφελείας βλάβης θα λάβουν οι μέλλοντες να εφαρμόσουν την τέχνην· και τώρα συ, επειδή είσαι πατήρ των γραμμάτων και διάκεισαι ευνοϊκός προς το έργον σου, είπες εναντίαν κρίσιν προς την πραγματικήν δύναμίν του. Διότι τούτο θα παρέχη λησμοσύνην εις τας ψυχάς των μαθόντων, επειδή θα παραμεληθή η εξάσκησις του μνημονικού, διότι έχοντες πεποίθησιν εις την γραφήν ενθυμούνται τα πράγματα εκ των έξωθεν διά ξένων στοιχείων και όχι εκ του εσωτερικού των αυτοί αφ' εαυτών· λοιπόν δεν εύρες φάρμακον μνήμης, αλλ' υπομνήσεως. Εις δε τους μαθητάς παρέχεις φανταστικήν σοφίαν και όχι αλήθειαν· διότι αναγνώσαντες πολλά χωρίς διδασκαλίαν θα φαντασθούν ότι είναι πολυμαθείς, εν ώ ως επί το πλείστον είναι αμαθείς και ανυπόφοροι εις τας σχέσεις των, επειδή θα έχωσι γίνει αντί σοφών δοκησίσοφοι.
Άλλοι είπον, φίλε μου, ότι οι πρώτοι μαντικοί λόγοι προήλθον εκ δρυός εις το ιερόν του Δωδωναίου Διός. Εις εκείνους λοιπόν τους παλαιούς, επειδή δεν ήσαν σοφοί καθώς ημείς οι νέοι, εγένετο αποδεκτόν εξ αιτίας της απλοϊκότητός των ν' ακούωσι τους μαντικούς λόγους από δρυς και πέτρας, ήρκει μόνον να τους έλεγον αληθινά πράγματα· αλλά σε ίσως ενδιαφέρει ποίος είναι ο λέγων και από ποίαν πατρίδα. Διότι εκείνο μόνον δεν προσέχεις είτε έτσι είτε αλλέως έχει το ζήτημα;
Λοιπόν ο νομίζων ότι μεταδίδει τέχνην σημειώνων αυτήν διά γραμμάτων, και ο παραδεχόμενος ότι καθαρόν τι και ασφαλές αποτέλεσμα προέρχεται εκ των γραμμάτων είναι γεμάτος από πολλήν απλοϊκότητα και ωρισμένως αγνοεί τον χρησμόν του Άμμωνος, φανταζόμενος ότι οι γεγραμμένοι λόγοι είναι κάτι περισσότερον από μίαν υπόμνησιν εις τον ειδήμονα περί εκείνων, περί ων πραγματεύονται τα γεγραμμένα.
Διότι, Φαίδρε, ταύτην την έλλειψιν έχει η γραφή, την ομοίαν αληθώς με εκείνην της ζωγραφικής. Και τα δημιουργήματα της ζωγραφικής ίστανται ως ζωντανά, εάν δε τα ερωτήση τις κάτι, σοβαρώς σιωπώσι. Το ίδιον και οι γραπτοί λόγοι· θα ενόμιζέ τις μεν ότι λέγουσιν ως φρονούντες κάτι, εάν δε ερωτήσης τι εκ των λεγομένων, θέλων να μάθης, αποκρίνονται μόνον το έν ίδιον πάντοτε. Όταν δε άπαξ γραφή κάθε λόγος, κυλίεται πανταχού ομοίως και εις τους επιστήμονας, ομοίως και εις εκείνους εις τους οποίους καθόλου δεν αρμόζει, και δεν γνωρίζει ο λόγος εις ποίους πρέπει να ομιλή και εις ποίους να σιωπά· κακώς πάσχων δε και ουχί δικαίως περιπαιχθείς πάντοτε έχει ανάγκην της βοηθείας του πατρός· διότι αυτός τον εαυτόν του ούτε να βοηθήση, ούτε να υπερασπίση δύναται.