Τί Συμβαίνει Πραγματικά στη Γαύδο?

 Ένα φωτογραφικό χρονικό

 

Η Γαύδος είναι ένα μικρό νησί νότια της Κρήτης: το νοτιότερο σημείο Ελλάδας και Ευρώπης. Ένα ξερό οικοσύστημα, στο οποίο δεσπόζουν αμμόλοφοι, κέδροι και πεύκα. Για να την φτάσεις από την Αθήνα, πρέπει να πάρεις το καράβι για τα Χανιά, να μεταβείς στη νότια άκρη του νομού, και από κει να πάρεις το καραβάκι για τη Γαύδο (ένα καραβάκι μικρό και ευαίσθητο στον κακό καιρό... τον χειμώνα ενίοτε συμβαίνει να έχει απαγορευτικό για δέκα ή και περισσότερες μέρες).

Στη Γαύδο ζουν πολύ λίγοι μόνιμοι κάτοικοι, οι περισσότεροι είναι μεγαλύτερης ηλικίας. Στην καρδιά του χειμώνα συχνά συμβαίνει να βρίσκονται λιγότερες από 80 ψυχές στο νησί. Στο νησί δεν υπάρχει βενζινάδικο ή φαρμακείο, ενώ μόλις πέρσι εγκατέλειψε το νησί και η τελευταία εναπομείνασα οικογένεια, επειδή δεν υπήρχε γυμνάσιο για να φοιτήσουν τα παιδιά της.

Το καλοκαίρι, το νησί γεμίζει από παραθεριστές, και από μικροεπιχειρηματίες και εργάτες που ασχολούνται με τον τουρισμό και ξαναφεύγουν από το νησί με το πέρας της σαιζόν. Εξαιτίας του μικρού του μέγεθος και της δυσπρόσιτης τοποθεσίας του, το νησί να έχει διατηρήσει σε μεγάλο βαθμό τον παραδοσιακό του χαρακτήρα και να αποτελεί προορισμό διακοπών για κόσμο που αναζητά όχι πολυτελή διαμονή και ξεφάντωμα, αλλά κάτι απλό, αυθεντικό και κοντά στη φύση, μακριά από την εμπορευματικοποίηση, τα τσιμέντα, την ηχορύπανση και τη φωτορύπανση. Τις τελευταίες δεκαετίες η οικονομία της Γαύδου ζει, κατ'ουσίαν, από τους καλοκαιρινούς παραθεριστές, που στη μεγάλη πλειοψηφία τους την επισκέπτονται για να κάνουν ελεύθερη κατασκήνωση.

Ο πρώτος παραθεριστικός προορισμός για τους κατασκηνωτές στην Γαύδο ήταν η βορειοανατολική παραλία του Σαρακήνικου. Όταν πρωτοέφτασαν εκεί κατασκηνωτές αντίκρυσαν μια παρθένα παραλία περιτριγυρισμένη από αμμοθίνες και κέδρους. Σήμερα η παραλία αυτή είναι περιτριγυρισμένη από δεκάδες κτήρια, και το τοπίο θυμίζει κάτι από το τοπία που συναντούσες σε πολλά ελληνικά νησιά στα 80’s και τα 90’s: ελεύθεροι κατασκηνωτές, ταβέρνες, μίνι-μάρκετ και ενοικιαζόμενα δωμάτια, όλα στην ίδια παραλία. Μόλις πριν τρία χρόνια, ο δήμος του νησιού αποφάσισε να ξεκινήσει να αστυνομεύει τον γυμνισμό, ο οποίος εξ απαρχής των πρώτων κατασκηνωτών εκεί ήταν συνηθισμένο φαινόμενο, εγκαθιστώντας ταμπέλα και κάνοντας συλλήψεις (μάλιστα μέχρι και στο BBC δημοσιεύτηκε άρθρο με τίτλο “Gavdos: The European island known for nudity” στο οποίο αναφέρεται: “many worry that the recent ban on nudity at Sarakiniko may soon extend elsewhere in Gavdos, and thus endanger the island's DNA”).

Όσο το Σαρακίνηκο «αναπτυσσόταν», τόσο και περισσότεροι κατασκηνωτές μεταφέρονταν προς το πιο απρόσιτο βορειοδυτικό κομμάτι του νησιού. Για να φτάσει κανείς στις παραλίες αυτές, πρέπει να φτάσει μέχρι το τέλος του δρόμου (όπου βρίσκονται σήμερα τρεις ταβέρνες και δυο μίνι-μάρκετ, που τον χειμώνα παραμένουν κλειστά), και από εκεί να περπατήσει παραλιακά κατά μήκος του μονοπατιού: στα 10-15 λεπτά φτάνει στην παραλία του Άι-Γιάννη, στα 30-40 λεπτά στην παραλία του Λαυρακά, στα 45-60 λεπτά στην παραλία της Σταυρόλιμνης, και στη μια-μιάμιση ώρα στην παραλία του Πύργου. Σε όλη αυτή την περιοχή, το φυσικό τοπίο εξακολουθεί μέχρι και σήμερα να παραμένει ανέγγιχτο: ένα τοπίο στο οποίο δεσπόζουν αμμοθίνες, κέδροι και πεύκα, απρόσιτο από οποιουδήποτε είδους μεταφορικά μέσα, χωρίς ίχνος τσιμέντου, ηλεκτρισμό ή τρεχούμενο νερό. Σε αυτή την περιοχή, με το πέρασμα των δεκαετιών, οι κατασκηνωτές έφτιαξαν σιγά-σιγά τις λεγόμενες «καβάτζες»: κάποιες από αυτές δεν είναι απλά ένας κέδρος που προσφέρει καλή σκιά περιτριγυρισμένος από μια σειρά πετρούλες, άλλες έχουν τοποθετημένες πέτρες ή κάποιο ξύλο που συνθέτουν ένα λίγο πιο βολικό κάθισμα, άλλες έχουν πέτρες τοποθετημένες η μια πάνω στην άλλη σε ύψος λίγων δεκάδων εκατοστών που να βοηθούν την άμμο να παραμένει επίπεδη.


Από την παραλία του Λαυρακά και μετά —όταν πλέον έχεις απομακρυνθεί αρκετά από τον «πολιτισμό»— θα συναντήσεις και ένα πηγάδι, όπως και ένα μικρό πλυσταριό, κάπου κρυμμένο μπορεί να συναντήσεις και κανέναν αυτοσχέδιο πετρόφουρνο (κάπου εκεί βρίσκεται ακόμα και ένας αυτοσχέδιος κεραμικός κλίβανος, ο οποίος ξανακρύβεται μετά από κάθε χρήση!)... όλα φτιαγμένα από την «κοινότητα», δηλαδή από κόσμο που έχει αγαπήσει το νησί, που το νοιάζεται, και που το επισκέπτεται ξανά και ξανά. Μέχρι προχθές, σε δυο-τρία σημεία θα συναντούσες και μικρά «καφενεία» (όχι κάτι παραπάνω από ένα τραπέζι περιτριγυρισμένο από ένα-δυο ξύλινα παγκάκια, φτιαγμένα από ξύλα που έχει ξεβράσει η θάλασσα), σημεία σκιάς που αποτελούσαν κοινόχρηστους χώρους κοινωνικοποίησης: περνώντας από κει το καλοκαίρι έβλεπες κόσμο να κάθεται στη σκιά, να κουβεντιάζει, να παίζει σκάκι, να φτιάχνει καφέ, να παίζει ζωντανή μουσική, να ζωγραφίζει πέτρες με νερομπογιές, να διοργανώνει ολιγοήμερες εξορμήσεις σε (ακόμα πιο) απομακρυσμένες παραλίες… και με ένα απλό «γειά» μπορούσε ο οποιοσδήποτε να αναμιχθεί και να συμμετάσχει.


Η «κοινότητα» είχε τοποθετήσει και καλαίσθητες πινακίδες —ξύλινες και ζωγραφισμένες με μεράκι στο χέρι— οι οποίες ενημερώνουν τους επισκέπτες που ακόμα δεν γνωρίζουν το νησί για την ιδιαιτερότητα και την ευαισθησία του τοπικού περιβάλλοντος: οι κέδροι, που με το πλούσιο ριζικό τους σύστημα επιβραδύνουν την διάβρωση (στην οποία η Γαύδος ένα νησί από άμμο, άργιλο και αμμόλιθους είναι ιδιαιτέρως ευαίσθητη), σε αυτό το ξερό περιβάλλον μεγαλώνουν πολύ αργά: είναι σημαντικό οι επισκέπτες που δεν έχουν ακόμα αναπτύξει μια πιο ευαίσθητη αντίληψη για το πώς να συμβιώνουν με το οικοσύστημα, να τους προσέχουν, και να μην σπάνε καθόλου κλαδιά και ρίζες που τους «ενοχλούν»… Στην Γαύδο επικρατεί η κουλτούρα του να μην επιβάλεις την δική σου θέληση στο φυσικό τοπίο, αλλά να προσαρμόζεσαι εσύ σε αυτό. Επίσης, είναι σημαντική η ευαισθητοποίηση περί συλλογής όλων των σκουπιδιών, βιοδιασπώμενων σαπουνιών, κοκ.

Στην πάροδο των δεκαετιών, υπήρξαν και κάποιοι άνθρωποι που αγάπησαν τόσο αυτή τη φύση που αποφάσισαν να προσπαθήσουν να μείνουν πιο μόνιμα εκεί. Ανά τα χρόνια, οι άνθρωποι αυτοί κατασκεύασαν με τα χέρια τους μερικά μικρά καλυβάκια, τα οποία έφτασαν να αριθμούν περί τα είκοσι σε όλο το νησί και τα περισσότερα από αυτά βρίσκονταν διεσπαρμένα στο Κεδρέ —το δάσος ανάμεσα στις παραλίες του Λαυρακά και της Σταυρόλιμνης— σε καλά κρυμμένα σημεία. Ήταν κατασκευασμένα σχεδόν εξολοκλήρου από φυσικά υλικά (κυρίως από ξύλα που ξεβράζει η θάλασσα, κλαδιά και άργιλο), χωρίς κάτι ξενόφερτο (χωρίς ίχνος από οικοδομικά υλικά όπως τσιμέντο, τούβλα, σίδερα, κλπ) εκτός από μια κάποια επένδυση από μουσαμάδες ή νάυλον για να επιτευχθεί μια σχετική αδιαβροχοποίηση, χωρίς οποιουδήποτε είδους θεμέλια ή χρήση μηχανημάτων, και χωρίς να κοπεί ούτε ένα δέντρο. Τα καλύβια αυτά, όπως και τα ανοιχτά «καφενεία» και το πηγάδι που βρίσκονταν σε πιο κεντρικές τοποθεσίες, όλα φτιαγμένα από ανθρώπους που βρίσκονταν εκεί επειδή η ομορφιά του τόπου τους γέννησε την επιθυμία να ζήσουν μια ιδιαίτερα απλή και λιτή —και κάπως μοναχική— ζωή κοντά της, χαρακτηρίζονταν από μια συγκινητική αισθητική ευαισθησία, πλήρως εναρμονισμένη με το φυσικό τοπίο. Οι εικόνες που αντίκρυζες παρέπεμπαν σε εποχές των παππούδων και των προπάππουδών μας, και όλες μαζί συνέθεταν μια συνθήκη που επέτρεπε και προέτρεπε μια αυθεντική ανθρώπινη επαφή που στις μέρες μας έχει εκλείψει.

Η πιο μόνιμη αυτή «κοινότητα», αποτελούνταν από ανθρώπους όλων των ηλικιών (από νέους έως και ηλικιωμένους): κάποιοι από αυτούς έμειναν εκεί λίγους χειμώνες και μετά προχώρησαν, άλλοι έμειναν μερικά χρόνια, έφυγαν και ξαναγύρισαν, άλλοι έμειναν μόνιμα εκεί για δεκαετίες. Οι καλύβες τους, οι μικρότερες από τις οποίες ήταν διαστάσεων όχι μεγαλύτερων από 6-7 τετραγωνικά (και οι υπόλοιπες μόνο λίγα τετραγωνικά μεγαλύτερες), ήταν καλύβες χωρίς ιδιοκτήτες: όταν μια καλύβα έμενε άδεια μπορούσε όποιος ήθελε να την χρησιμοποιήσει. Οι άνθρωποι που έμεναν εκεί βιοπορίζονταν άλλοι δουλεύοντας το καλοκαίρι (άλλος ήταν μάγειρας, άλλος σερβιτόρος, κοκ) και άλλοι το χειμώνα (κάνοντας από μεροκάματα για να βοηθήσουν τους πιο ηλικιωμένους ντόπιους του νησιού σε κουβαλήματα, έως καλύπτοντας εποχιακές θέσεις στον δήμο). Η κοινότητα αυτή, με την μόνιμη παρουσία της, από επισκέπτης μετατράπηκε σιγά-σιγά σε θεματοφύλακα του τόπου και της κουλτούρας ελευθερίας και σεβασμού που με τα χρόνια αναπτύχθηκε σε αυτόν: μια χούφτα ανθρώπων που καθάριζαν τις παραλίες από τα σκουπίδια που ξέβραζε όλο το χειμώνα η θάλασσα (καθώς και από τα —λιγοστά ευτυχώς— σκουπίδια που άφηναν πίσω τους οι καλοκαιρινοί επισκέπτες), που είχαν διασπείρει πυροσβεστήρες στο δάσος ώστε να μπορούν να ανταποκριθούν ακαριαία σε πιθανή ανάφλεξη πυρκαγιάς στον τόπο τους, που αποτελούσαν τα «μάτια του δάσους» όλο το εικοσιτετράωρο και όλο το χρόνο, και που μεταλαμπάδευαν την αγάπη και την ευαισθησία τους στους νεότερους επισκέπτες.

 

Με τα χρόνια, μάλιστα, οι κέδροι στην Γαύδο μετατράπηκαν, από απλώς γοητευτικά δέντρα, σε κάτι απολύτως ιερό, και η καταστροφή έστω και ενός κλαδιού τους έφτασε να αντιμετωπίζεται ως ένα απαράβατο ηθικό ταμπού. Και αυτό ήταν κάτι απολύτως ταιριαστό στις περιστάσεις: αν ο κάθε επισκέπτης έσπαγε και από ένα κλαδάκι αυτών των δέντρων (τα οποία μεγαλώνουν μόλις ένα-δυο εκατοστά το χρόνο), σε λίγα χρόνια το κεδρόδασος θα είχε καταστραφεί. Η μόνιμη παρουσία αυτής της κοινότητας είχε ως αποτέλεσμα, μετά από δεκαετίες επίσκεψής του από εκατοντάδες κατασκηνωτές κάθε καλοκαίρι, το κεδρόδασος να εξακολουθεί μέχρι και σήμερα να βρίσκεται σε εξαιρετική υγεία και να διατηρεί ανέπαφη την μαγευτική του ομορφιά (σε αντίθεση με αντίστοιχα οικοσυστήματα στις νότιες ακτές της Κρήτης —που αποτελούν δημοφιλείς κατασκηνωτικούς προορισμούς αλλά όπου δεν υπάρχουν παρόμοιες κοινότητες— η κατάσταση των οποίων έχει πια υποβαθμιστεί σε θλιβερό βαθμό). 

 

Το τελευταίο σημείο είναι ίσως και το πιο σημαντικό: χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ήταν «άγιοι» ή τέλειοι, ή ότι δεν είχαν ποτέ έριδες και δεν έκαναν ποτέ λάθη  —κανείς μας δεν είναι τέλειος και ο χαρακτήρας του καθενός μας είναι ένα έργο σε εξέλιξη, εξάλλου—, οι άνθρωποι της κοινότητας αυτής, έχοντας επιλέξει ενσυνείδητα να αφήσουν την πόλη και να ζήσουν επί χρόνια σε αυτή τη μοναδική κατάσταση, και έχοντας περάσει μέσα από προσωπικές και διαπροσωπικές τριβές και ζυμώσεις δεκαετιών, προσέφεραν σε όλους εμάς που είχαμε την καλή τύχη να επισκεφτούμε το νησί και να συναναστραφούμε μαζί τους, μια ανεκτίμητη ευκαιρία να περάσουμε χρόνο σε μια συνθήκη απαράμιλλης ομορφιάς, αυθεντικότητας, αλληλοσεβασμού, ελευθερίας και απτής αγάπης προς τη φύση και τον συνάνθρωπο. Μια συνθήκη η οποία συμπληρωνόταν και ανατροφοδοτούνταν από την σπάνια ποιότητα των ανθρώπων που προσέλκυε: ανθρώπους σκεπτόμενους και ευαίσθητους, μουσικούς και καλλιτέχνες, ανθρώπους με μεράκι για την ομορφιά και με ζωντάνια στα μάτια, από όλα τα μήκη και πλάτη της γης. Αποτελούσε έναν πνεύμονα όχι απλά οξυγόνου, αλλά ουσιαστικού πολιτισμού και ανθρωπιάς.

Αυτή η μικροσκοπική κοινότητα —αυτό το εξελισσόμενο πείραμα ουσιαστικής συνύπαρξης ανθρώπου και φύσης την επιτυχία του οποίου μπορούσαν να διαπιστώσουν ιδίοις όμμασι όσοι είχαν τα τελευταία χρόνια την τύχη να μείνουν για λίγες έστω μέρες στο Κεδρέ— ήταν που κατεδαφίστηκε τόσο ακαριαία και βίαια από την εισβολή των ΜΑΤ και των αλυσοπρίονων που είδαμε στις εικόνες που κυκλοφορούν από το κεδρόδασος της Γαύδου, σταλμένων από ανθρώπους για τους οποίους ο κέδρος της Γαύδου όχι απλά δεν είναι ιερός, αλλά δεν αποτελεί παρά ένα ακόμα δέντρο που στέκεται ανάμεσα σε αυτούς και τα σχέδιά τους. Το κράτος εκδίωξε από ένα ακριτικό νησί που γερνάει και ερημώνει, μια μικρή κοινότητα που δεν έβλαπτε αλλά που φρόντιζε και υποστήριζε τον τόπο.

Σε μια περίοδο που το σκοτάδι από πολέμους, φτώχεια και κατάρρευση του κοινωνικού ιστού βαθαίνει με ολοένα και ταχύτερους ρυθμούς (και ενώ κάνει τα στραβά μάτια σε μια αμέτρητη πληθώρα αυθαιρέτων που έχουν κατασκευαστεί με οικοδομικά υλικά, τσιμέντα και εκσκαφείς), το κράτος, με πρόφαση τη νομιμότητα και τη προστασία της φύσης, επέλεξε να καταστρέψει μια από τις τελευταίες μικροσκοπικές εστίες ελεύθερης έκφρασης και ουσιαστικής συνύπαρξης ανθρώπου και φύσης… επέλεξε να γκρεμίσει μια από της τελευταίες πηγές ανθρωπιάς και ουσιαστικού —ζωντανού!— πολιτισμού στη χώρα μας.

Πολλοί από εμάς μπορεί να έχει τύχει να αντικρύσουμε σε κάποια απομακρυσμένη παραλία, παραπήγματα-τρώγλες που υποβαθμίζουν την αισθητική του παρθένου τοπίου και ενίοτε αποτελούν και εστίες μόλυνσης... ή να έχουμε συναντήσει τους λεγόμενους «παραλιάρχες», που θεωρούν την φύση τσιφλίκι τους και επιβάλλονται με αυταρχικότητα στους πιο προσωρινούς παραθεριστές. Έτσι, διαβάζοντας σε κάποιο δημοσίευμα ότι «παρουσία δυνάμεων της αστυνομίας καταστράφηκαν τα παραπήγματα τις Γαύδου», είναι εύλογο να μας δοθεί η εικόνα της εφαρμογής της νομιμότητας, της προστασίας του περιβάλλοντος και της διαφύλαξης της δημόσιας ελεύθερης χρήσης των παραλιών.

Είναι ακριβώς η μοναδικότητα της συνθήκης που επικρατούσε στο Κεδρέ, που το κάνει δύσκολο να κατανοηθεί η πραγματική της σημασία από κάποιον που δεν επισκέφτηκε και δεν έζησε λίγες έστω μέρες μέσα στο κεδρόδασος του Λαυρακά. Η κοινότητα αυτή δεν ήταν τίποτα λιγότερο από ένα ζωντανό εξελισσόμενο παράδειγμα ενός διαφορετικού τρόπου ζωής: πρότεινε έναν διαφορετικό τρόπο αξιοδότησης της ανθρώπινης ύπαρξης, έναν τρόπο ουσιαστικής συνύπαρξης ανθρώπου και φύσης, και έναν τρόπο αυθεντικής ανθρώπινης επαφής… τρεις πτυχές που η κάθε μια τους δεν μπορεί να υπάρξει δίχως τις άλλες. Το σβήσιμο αυτή της κοινότητας δεν αποτελεί μόνο μια ακόμα επιλεκτική —και άρα άδικη— εφαρμογή της «νομιμότητας», ούτε μόνο μια ακόμα αναντιστοιχία μεταξύ γράμματος και ουσίας του νόμου (όπου μια κοινότητα που αγαπούσε και διαφύλλατε έμπρακτα την φύση ξεριζώθηκε με πρόφαση την προστασία της από ένα κράτος που έχει δείξει ενδιαφέρον μόνο για την εκμετάλλευσή της)… το σβήσιμο αυτής της κοινότητας αποτελεί το σβήσιμο των αποδείξεων ότι ένας διαφορετικός κόσμος είναι εφικτός.


Στην Ελλάδα έχουμε βαλθεί να καταστρέψουμε οι ίδιοι τον τόπο μας… να τον απογυμνώσουμε από οτιδήποτε έχει ψυχή και ομορφιά… να τον μετατρέψουμε σε είδος προς κατανάλωσιν και να τον ξεπουλήσουμε στον οποιονδήποτε πλειοδότη.

Ας ξυπνήσουμε επιτέλους! Έστω και τώρα, πέντε λεπτά πριν τα βαθιά μεσάνυχτα, ας προσπαθήσουμε να διασώσουμε οτιδήποτε μας έχει απομείνει. Ας παλέψουμε για να έχουν κάποτε και τα παιδιά μας την ευκαιρία να βιώσουν λίγες στιγμές ελευθερίας κάτω τον έναστρο ουρανό, μέσα στην παρθένα φύση...


 

Τί είναι το συναίσθημα?

Σε αυτό το σημείο της περιπλάνησής μας εντός του Είναι, που κάνουμε με όχημα τα μάτια της φαντασίας, νομίζω αξίζει να κάνουμε μια μικρή παράκαμψη για να βουτήξουμε λίγο πιο βαθιά στη φύση των συναισθημάτων, στα οποία και διαρκώς αναφερόμαστε. Δηλαδή κάποιος μπορεί να αναρωτηθεί: και τί θα πει να εξερευνήσω ένα συναίσθημα? Τί είναι αυτό το συναίσθημα ώστε να μπορώ να το εξερευνήσω? Από τί αποτελείται? Ποια είναι η υπόστασή του? Ή, με άλλα λόγια, πώς μπορώ να δώσω στη λέξη «συναίσθημα» ουσιαστικό —“απτό”— περιεχόμενο?

 

Λοιπόν, το να εξερευνήσεις —να αφουγκραστείς— το συναίσθημα θα πει να εξερευνήσεις —να φωτίσεις με την προσοχή σου— τον εσωτερικό αισθητηριακό σου χώρο: θα πει να συνδεθείς σε ζωντανό χρόνο με το σώμα σου και να εξερευνήσεις σε ολοένα και μεγαλύτερο βάθος και ολοένα και μεγαλύτερη πληρότητα το πώς νιώθει. Για παράδειγμα: καταρχάς να παρατηρήσεις —να συνειδητοποιήσεις— αν νιώθεις κάποιο σφίξιμο στο στομάχι σου… και μετά να μην μείνεις εκεί αλλά να βυθιστείς στο σφίξιμο αυτό, να περιπλανηθείς μέσα του: να το νιώσεις όχι ως κάτι εξωτερικό —σαν να είσαι εσύ εδώ και αυτό απέναντί σου— αλλά να το περιεργαστείς εκ των έσω, να εξερευνήσεις τις εσωτερικές του λεπτομέρειες. Αντικρύζοντας το ως κάτι εξωτερικό, ως κάτι ξένο, το σφίξιμο φαίνεται σαν κάτι συμπαγές, κάτι αδιαπέραστο, σαν ένα συνεχές αντικείμενο. Αλλά, αν βυθιστείς μέσα του, μπορεί να αρχίσεις να αντιλαμβάνεσαι ότι έχει και μια εσωτερική κίνηση: μπορεί, για παράδειγμα, να νιώσεις μια εσωτερική περιστροφή, ή κάποιου είδους εσωτερική δόνηση. Όσο, δηλαδή, βυθίζεσαι μέσα του, τόσο εμφανίζονται περισσότερες αισθητηριακές λεπτομέρειες. Και στη συνέχεια να μην μείνεις μόνο εκεί, αλλά να εξερευνήσεις και τους ώμους και τον αυχένα σου: καταρχάς να παρατηρήσεις —να συνειδητοποιήσεις— πόση τάση έχουν, και στη συνέχεια να βυθιστείς μέσα στην τάση αυτή και να την εξερευνήσεις εκ των έσω. Όσο περισσότερο καταφέρεις να βυθιστείς μέσα της, τόσο λιγότερο η τάση αυτή θα σου φαίνεται ως ένα συνεχόμενο συμπαγές —ξένο— πράγμα, και τόσο περισσότερο θα σου φαίνεται ως ένα σύμπλεγμα, ως δίκτυο από τάσεις, το οποίο είναι ζωντανό, το οποίο έχει μια εσωτερική κινητικότητα, μια δυναμική ισορροπία την οποία μπορείς να εξερευνήσεις. Και στη συνέχεια να κάνεις το ίδιο —να παρατηρήσεις και να μπεις μέσα— σε ολόκληρο το σώμα σου: στο σύμπλεγμα των αισθήσεων που εμφανίζονται στην περιοχή του προσώπου σου, στην περιοχή της λεκάνης σου, του διαφράγματός σου, της καρδιάς σου. Το να εξερευνήσεις ένα συναίσθημα θα πει να κάνεις ακριβώς αυτό: να συνδεθείς με —και να εξερευνήσεις σε ζωντανό χρόνο— τον εσωτερικό αισθητηριακό σου χώρο σε όλο και μεγαλύτερο εύρος και βάθος.

 

Ας κάνουμε ένα αισθητηριακό πείραμα: θέλω απλά να απλώσετε την παλάμη σας μπροστά σας… να την ανοίξετε και να την στρέψετε προς τα πάνω. Και μετά, απλά να εστιάσετε την εσωτερική σας αισθητηριακή προσοχή πάνω της. Μετά από λίγο ίσως αρχίσετε να νιώθετε ένα απαλό αχνό μυρμήγκιασμα. Έτσι σαν… πάμπολλα μικροσκοπικά παλλόμενα σωματίδια. Σαν τα “χιόνια” που είχαν οι τηλεοράσεις παλιά όταν δεν πιάνανε καλό σήμα. Έτσι σαν… μικροσκοπικά παλλόμενα σωματίδια. Ή λίγο σαν αναρίθμητες μικρές φυσαλίδες ανθρακικού που αφρίζουν. Τώρα πάμε να κάνουμε το ίδιο στα πέλματα: ακουμπήστε τα πόδια σας κάπου που να είναι χαλαρά αλλά που τα πέλματα να μην ακουμπάνε το έδαφος και γενικώς να μην αγγίζουν τίποτα, να είναι απλά ελεύθερα και χαλαρά. Και τώρα εστιάστε την προσοχή σας πάνω τους. Αρχίζετε να νιώθετε το ίδιο απαλό μυρμήγκιασμα? Τις ίδιες παλλόμενες λεπτές αισθήσεις? Τώρα μπορείτε να χαλαρώσετε τελείως το πρόσωπό σας, να κλείσετε τα μάτια σας, και να εστιάσετε για λίγο χρόνο την προσοχή σας στα χείλη και την περιοχή γύρω από το στόμα σας. Ίσως μετά από λίγο να αρχίσετε να νιώθετε και εκεί παρόμοιες λεπτές αισθήσεις, έστω και πολύ αμυδρά. Ίσως να υπάρχουν και κάποιες στιγμές που είσαστε έτσι πολύ χαλαρωμένοι, ίσως κάποια στιγμή αργά το βράδυ που είσαστε πολύ κουρασμένοι και έχετε χαλαρώσει το σώμα σας στον καναπέ και το κεφάλι σας έχει κρεμάσει… ίσως τότε να νιώθετε τις ίδιες λεπτές αισθήσεις και στο μέτωπο ή στην βάση της μύτης, ή στα ζυγωματικά, ή και στην κορυφή του κρανίου σας. Και ίσως όταν είσαστε στο κρεββάτι, κάτι από τα σκεπάσματα, ξαπλωμένοι στο πλάι, έτσι σε εμβρυακή στάση, και είσαστε μεταξύ ύπνου και ξύπνιου… ίσως τώρα να τις νιώθετε πολύ αμυδρές λεπτές αισθήσεις και στον κόρφο σας (και αυτό βέβαια θα είναι πιο εμφανές αν η προσοχή σας είναι απολύτως ελεύθερη, και όχι αν είναι στραμμένη προς τα έξω… όχι αν, ας πούμε, σας παίρνει ο ύπνος με το κινητό στα χέρια). Και αν, όταν βρίσκεστε σε κατάσταση μεγάλης ηρεμίας, εστιάσετε και όλη σας την προσοχή βαθιά στην περιοχή της καρδιάς σας, ίσως να αρχίσετε να νιώθετε και εκεί την ανάδυση αισθητηριακών λεπτομερειών που μέχρι πριν λίγο παρέμεναν αφανείς: ίσως κάτι που μπορεί να αχνοθυμίζει ένα μικρό, ευαίσθητο, πολύτιμο πουλάκι που πεταρίζει αμυδρά.

 

Λοιπόν εδώ ακριβώς βρίσκεται μια σημαντική ανάμνηση που μας περιμένει να την ανασύρουμε από τα βάθη της λήθης, δηλαδή ένα ξεχασμένο κομμάτι του εαυτού μας με το οποίο μπορούμε να επανασυνδεθούμε (ή, με άλλα λόγια, μια πολύτιμη αλήθεια που μπορεί να μας αποκαλυφθεί): Αν μπορέσετε να νιώσετε αυτές τις λεπτές αισθήσεις στον κόρφο σας όταν είσαστε ξαπλωμένοι σε εμβρυακή στάση μεταξύ ύπνου και ξύπνιου… και αυτές τις αμυδρές αισθήσεις βαθιά μέσα στην καρδιά σας… οι αισθήσεις αυτές μπορούν να αποτελέσουν μια σήραγγα που θα σας συνδέσει με την συνειδησιακή κατάσταση που βιώνατε όταν βρισκόσασταν στην ίδια στάση ως πολύ μικρό παιδί. Όταν είμασταν πολύ μικροί και κλείναμε τα μάτια, δεν βρισκόμασταν μόνο στον κόσμο της σκέψης όπως μας συμβαίνει σήμερα —δηλαδή, δεν βιώναμε μόνο αναμνήσεις, φαντασιώσεις, σχέδια, ελπίδες, απορίες, έμμονες σκέψεις, κλπ— αλλά βιώναμε και την άμεση εμπειρία του αισθητηριακού μας χώρου, δηλαδή βιώναμε το σώμα μας εκ των έσω. Και όσο πιο μικροί, τόσο λιγότερο κατοικούσαμε στον κόσμο της σκέψης και τόσο περισσότερο κατοικούσαμε στον κόσμο των άμεσων αισθήσεων. Και, συνάμα, όσο πιο μικροί, σε τόσο μεγαλύτερο εύρος και βάθος —δηλαδή σε τόσο μεγαλύτερη πληρότητα και λεπτομέρεια— νιώθαμε τις αισθήσεις αυτές. Όταν είμασταν πολύ μικροί και κλείναμε το βράδυ στο κρεβάτι τα μάτια, βυθιζόμασταν σε έναν απύθμενο εσωτερικό αισθητηριακό χώρο… σε ένα εσωτερικό κόσμο απερίγραπτης πλουσιότητας και ζωντάνιας.

 

Αν ψάξω να βρω κάτι στον εξωτερικό κόσμο —δηλαδή κάτι που να μπορώ να δείξω— το οποίο να μου δίνει την κοντινότερη «αίσθηση» αυτής της πλουσιότητας του εσωτερικού κόσμου, αυτό ίσως να είναι οι φωτογραφίες του μακρινού διαστήματος —των γαλαξιών και των αστρικών νεφελωμάτων. Οι φωτογραφίες αυτές έχουν μια περίεργη «μαγευτικά καθηλωτική» ποιότητα, σαν να θέλουν «να μας ρουφήξουν μέσα τους»… και υποπτεύομαι πως ο λόγος για αυτή τους την ποιότητα είναι ακριβώς αυτή η αχνή συγγένειά τους με την πλουσιότητα του εσωτερικού μας κόσμου (επίσης νομίζω πως ο λόγος που αυτή την «μαγευτικά καθηλωτική» τους επίδραση την νιώθαμε πιο έντονα όταν ήμασταν μικρότεροι είναι ακριβώς επειδή τότε ακόμα η ανάμνηση της πλουσιότητας του εσωτερικού μας κόσμου δεν είχε απομακρυνθεί τόσο από εμάς). Και υποπτεύομαι και πως δεν είναι τυχαίο η πιο απομακρυσμένη από εμάς όψη του σύμπαντος να τείνει να θυμίσει την πιο βαθιά για εμάς όψη του: και οι δυο είναι όψεις απύθμενης πολυπλοκότητας. Και αν ψάξω στην τέχνη να βρω ποιά ανθρώπινα δημιουργήματα πλησιάζουν περισσότερο στην ίδια αίσθηση, αυτό είναι δημιουργήματα με μεγάλο πλούτο λεπτομέρειας και απουσία κανόνων και αναγνωρίσιμων μορφών, όπου ο καλλιτέχνης πέτυχε μια όσο τον δυνατόν πιο ελεύθερη έκφραση του εσωτερικού του κόσμου χωρίς την παρεμβολή ιδεών, προθέσεων και προκαταλήψεων. Για παράδειγμα, μια κάπως αντίστοιχη καθηλωτικά μαγευτική επίδραση ίσως έχουν μερικές εξαιρετικά πλούσιες και περίπλοκες ψυχεδελικές ζωγραφιές… και μια αντίστοιχη αίσθηση αισθητηριακής πλουσιότητας και βάθους ίσως έχουν μερικά κομμάτια μοντέρνας συμφωνικής μουσικής που αξιοποιούν μεν τον ηχητικό πλούτο της συμφωνικής ορχήστρας, αλλά έχουν συνάμα ξεφύγει από κάθε προϋπάρχων μελωδικό, αρμονικό και μορφολογικό κανόνα και έχουν φτάσει να εκφράζουν μια σχεδόν αδέσμευτη ελευθερία αισθητικής έκφρασης.


Αυτός, λοιπόν, ο εσωτερικός αισθητηριακός χώρος, ο οποίος είναι γεμάτος με μια ασύλληπτη πλουσιότητα λεπτών αισθήσεων, δηλαδή είναι γεμάτος με μια αισθητηριακή πλουσιότητα που δεν μπορεί να συλληφθεί από τη νόηση —που δεν μπορεί να οριστεί, να περιγραφεί με ακρίβεια και πληρότητα—… αυτός ο απύθμενος εσωτερικός αισθητηριακός χώρος είναι κάτι με το οποίο κάποτε, στο απώτερο παρελθόν, είμασταν πλήρως συνδεδεμένοι. Είναι ένας κόσμος από τον οποίο σταδιακά αναδυθήκαμε, και συνάμα λησμονήσαμε λες και ήπιαμε το νερό της λησμονιάς. Αλλά όπως, σύμφωνα με την επιστήμη, αν ανατρέξουμε πίσω στους μακρινούς μας προγόνους θα τους δούμε από μεμονωμένα κύτταρα περιτριγυρισμένα από το υδάτινο περιβάλλον του ωκεανού να σχηματίζουν πολυκύτταρους οργανισμούς που, όταν στη συνέχεια αναδύθηκαν από τον ωκεανό, ακόμα και αν λησμόνησαν την καταγωγή τους συνέχισαν να κουβαλάνε το υδάτινο περιβάλλον μέσα τους, έτσι και εμείς, ακόμα και αν έχουμε αποσυνδεθεί από τον «απύθμενης πλουσιότητας και ζωντάνιας» εσωτερικό μας κόσμο, δεν παύουμε να τον κουβαλάμε μέσα μας.

 

Δηλαδή, όπως αυτή τη στιγμή μπορεί να έχετε ξανα-αποκοπεί από την αντίληψη των αισθήσεων στα πέλματά σας (και τώρα που το ανέφερα να στράφηκε ξανά η προσοχή σας προς τα εκεί και να επανασυνδεθήκατε μαζί τους), και όπως οι λεπτές αισθήσεις στα χείλη ή στο στήθος μπορεί να μας παραμένουν κρυφές (εκτός μερικές σπάνιες στιγμές όπου βρισκόμαστε σε εξαιρετικά χαλαρή κατάσταση και η προσοχή μας είναι ελεύθερη), έτσι και η πλειονότητα του εσωτερικού αισθητηριακού μας πλούτου, ο οποίος μας ήταν εμφανής όταν είχαμε ακόμα την νηπιακή ευαισθησία και όταν ακόμα η σκέψη μας δεν μονοπωλούσε την προσοχή μας, μας παραμένει μονίμως (ή, ίσως για κάποιους από εμάς, σχεδόν μονίμως) κρυμμένος εδώ. Και από την άλλη, επειδή ακριβώς αυτός ο αισθητηριακός πλούτος είναι απερίγραπτα πλούσιος —δεν μπορεί να συλληφθεί και να πακεταριστεί μέσα σε λέξεις—, δεν μπορεί και να αποθηκευτεί σε στατικές αναμνήσεις. Γι’αυτό και, ίσως ο μόνος τρόπος να επανασυνδεθούμε μαζί του, να είναι μέσω της «σήραγγας» που δημιουργούν οι αισθήσεις που ήδη νιώθουμε μέσα μας… και για τον ίδιο λόγο, σε κάποιον που δεν μπορεί —έστω και σε έναν σχετικά μικρό βαθμό— να αντιληφθεί τις αισθήσεις αυτές (να τις νιώσει σε πραγματικό χρόνο πάνω στο σώμα του και όχι απλά και μόνο να τις φανταστεί) οι περιγραφές αυτές μπορεί να μην βγάζουν κανένα απολύτως νόημα. Αν για σένα σήμερα δεν βγάζουν νόημα, μην τις εκλάβεις ως αληθινές (το ίδιο ακριβώς πράγμα που είναι ζωντανή αλήθεια για κάποιον που το γνωρίζει μέσα από την προσωπική εμπειρία δεν είναι παρά νεκρή δοξασία για κάποιον που δεν το γνωρίζει μέσα από την προσωπική του εμπειρία) αλλά απλά δες τες σαν ένα παραμύθι και κράτα τες στο πίσω μέρος του μυαλού σου μήπως κάποια στιγμή στον μέλλον σε βοηθήσουν να αναγνωρίσεις κάτι παρεμφερές στην δική σου προσωπική σου εμπειρία.