Αισθήσεις, Νόημα και Ουσία

5. Τί είναι το συναίσθημα?

 

Επομένως, αφού δεν μπορείς να παρατηρήσεις κάτι με το οποίο ταυτίζεσαι, το να παρατηρήσεις τις σκέψεις και τα συναισθήματα προϋποθέτει το να αποταυτιστείς από αυτά. Ωστόσο ισχύει και το ανάποδο: αφού δεν μπορείς να ταυτίζεσαι με κάτι το οποίο παρατηρείς, αρκεί να παρατηρήσεις τις σκέψεις και τα συναισθήματα για να αποταυτιστείς από αυτά. Ή, με άλλα λόγια, η αποταύτιση από σκέψεις και συναισθήματα και η παρατήρησή τους είναι διαφορετικοί τρόποι να περιγράψεις την ίδια κατάσταση: την αποταύτιση από το Εγώ και την επανασύνδεση με το Είναι. Οι σκέψεις και τα συναισθήματα από κάτι αυτονόητα δεδομένο —κάτι με το οποίο ταυτιζόμαστε χωρίς καν να το συνειδητοποιούμε— τώρα εμφανίζονται ως κάτι καθαυτό ενδιαφέρον: ως κάτι εξέχων, ως κάτι αξιοπερίεργο.

 

Ωστόσο, το τί θα πει να παρατηρείς τη σκέψη μπορεί να γίνει εύκολα κατανοητό: να παρατηρείς τη σκέψη θα πει να παρατηρείς τον εσωτερικό σου αυτοδιάλογο, να παρατηρείς αυτά που λες στον εαυτό σου, να παρατηρείς την περιγραφή που κάνεις της εμπειρίας σου. Αλλά τί θα πει να παρατηρείς το συναίσθημα? Δηλαδή τί είναι αυτό το συναίσθημα ώστε να μπορείς να το παρατηρήσεις? Από τί αποτελείται? Ποια είναι η υπόστασή του? Ή, με άλλα λόγια, πώς μπορούμε να δώσουμε στη λέξη «συναίσθημα» απτό —ουσιαστικό— περιεχόμενο?

 

Αν εξετάσουμε την ετυμολογία της, θα δούμε ότι η ρίζα της λέξης «συναίσθημα» είναι η λέξη «αίσθημα». Η ετυμολογία, δηλαδή μας υποδεικνύει ότι το συν-αίσθημα είναι κάτι που απαρτίζεται από αισθήματα. Και τί είναι το αίσθημα? Το αίσθημα είναι το αποτέλεσμα της αίσθησης. Λοιπόν στην καθομιλουμένη τις λέξεις «αίσθηση» και «αίσθημα» συχνά τις συγχέουμε: λέμε είτε «έχω μια αίσθηση καψίματος» είτε «έχω ένα αίσθημα καψίματος» και εννοούμε το ίδιο και το αυτό. Αν όμως εξετάσουμε τις δυο έννοιες πιο προσεκτικά θα διακρίνουμε την εξής διαφορά: αίσθηση είναι η ενέργεια, η ικανότητα, η διαδικασία του να αισθάνομαι κάτι, ενώ αίσθημα είναι το αποτέλεσμα της ενέργειας αυτής. Η διαφορά μεταξύ αίσθησης και αισθήματος είναι σαν τη διαφορά μεταξύ ποίησης και ποιήματος: «ποίηση» είναι η ενέργεια και «ποίημα» είναι αυτό που προκύπτει από την ενέργεια. Έτσι και «αίσθηση» είναι η ενεργός διαδικασία ενώ «αίσθημα» είναι αυτό που παράγεται —αυτό που μας εμφανίζεται— από την ενέργεια της αίσθησης. Επακολούθως, συν-αίσθημα είναι ένα σύνολο αισθημάτων που παράγουν οι αισθήσεις μας, και συγκεκριμένα το σύνολο των αισθημάτων που παράγουν οι εσωτερικές μας αισθήσεις, δηλαδή το σύνολο των αισθημάτων που εμφανίζονται μέσα μας, μέσα στο σώμα μας… επειδή το συναίσθημα είναι κάτι που αναφέρεται σε εμάς τους ίδιους —στο εσωτερικό μας— και όχι σε κάτι εξωτερικό όπως είναι ένας ήχος ή ένα άρωμα: αν, για παράδειγμα, εγώ και εσύ ακούσουμε την ίδια φωνή ή μυρίσουμε το ίδιο άρωμα μπορεί να δημιουργηθούν διαφορετικά συναισθήματα στο εσωτερικό του καθενός από εμάς.

 

Εδώ έχει ενδιαφέρον να παρατηρήσουμε ότι μπορούμε να χωρίσουμε τα αισθήματα σε «εξωτερικά αισθήματα», δηλαδή σε αισθήματα που προέρχονται από την επαφή των αισθήσεών μας με τον εξωτερικό κόσμο, και σε «εσωτερικά αισθήματα», δηλαδή σε αισθήματα που προέρχονται από το εσωτερικό του ίδιου μας του σώματος. Εξωτερικά αισθήματα είναι αισθήματα που παράγονται από τις πέντε αισθήσεις: το άρωμα ενός τριαντάφυλλου, το κελάϊδισμα ενός αηδονιού, τα χρώματα ενός ηλιοβασιλέματος, η γεύση μιας φράουλας, η υφή μιας πέτρας… όλα αυτά θα μπορούσαμε να τα αποκαλέσουμε «εξωτερικά αισθήματα». Αν, για παράδειγμα, σου αγγίξει κάποιος το χέρι, η επαφή αυτή αποτελείται από συγκριμένα εξωτερικά αισθήματα: το πόσο ζεστό ή κρύο είναι το χέρι του, πόσο λείο ή σκληρό είναι το δέρμα του, πόσο δυνατό ή απαλό είναι το άγγιγμά του… Την ίδια, όμως, στιγμή, το σώμα σου αντιδράει στο άγγιγμα: ανάλογα με το ποιος σε αγγίζει, με ποιόν τρόπο σε αγγίζει, πόσο ευπρόσδεκτο ή απρόσδεκτο, αναμενόμενο ή αναπάντεχο είναι το άγγιγμά του θα αλλάξει και η κατάσταση ολόκληρου του σώματός σου. Όταν σου αγγίξει κάποιος το χέρι, το χέρι σου μπορεί να τραβηχτεί ή να αφεθεί, ο αυχένας σου μπορεί να σφιχτεί ή να χαλαρώσει, οι έκφραση στο πρόσωπό σου μπορεί να αγριέψει ή να γλυκάνει, η ανάσα σου μπορεί να γίνει πιο ρηχή και γρήγορη ή πιο βαθιά και αργή, οι χτύποι της καρδιάς σου μπορεί να δυναμώσουν ή να απαλύνουν… και οι σωματικές αυτές αλλαγές αντιστοιχούν και σε διαφορετικά εσωτερικά αισθήματα. Έτσι, όταν κάποιος σε αγγίζει, μαζί με το εξωτερικό αίσθημα του ίδιου του αγγίγματος, λαμβάνει χώρα και μια αλλαγή των εσωτερικών σου αισθημάτων σαν ένας κυματισμός που λαμβάνει χώρα στην επιφάνεια μιας λίμνης μετά τη ρίψη μιας πέτρας: αυτή είναι η συναισθηματική σου αντίδραση στο άγγιγμα του χεριού σου.

 

Και αφού, λοιπόν, τα αισθήματα μπορούμε να τα χωρίσουμε σε εξωτερικά και εσωτερικά, αυτό θα πει πως το σώμα μας δεν είναι παρά εκείνο το κομμάτι του κόσμου το οποίο μπορούμε να αισθανθούμε και απέξω και από μέσα. Την παλάμη σου μπορείς να την παρατηρήσεις και εξωτερικά και εσωτερικά: μπορείς και να την περιεργαστείς με τις εξωτερικές σου αισθήσεις —να εστιάσεις το βλέμμα σου στους χρωματισμούς της, τα φαράγγια και τις ρυτιδώσεις της, να την μυρίσεις, ακόμα να την γευτείς ή να την περιεργαστείς με την γλώσσα και τα χείλη σου—,  αλλά μπορείς να παρατηρήσεις και τα εσωτερικά της αισθήματα —να εστιάσεις την προσοχή σου μέσα της και να αρχίσεις να παρατηρείς αυτά τα λεπτά και διαρκώς μεταβαλλόμενα αισθηματάκια, αυτό το αμυδρό μυρμήγκιασμα σαν μικροσκοπικά σωματίδια που δονούνται ή σαν ένα απαλό ηλεκτρικό ρεύμα που θυμίζει μια πιο αχνή εκδοχή του αισθήματος όταν βάζεις τη γλώσσα σου ανάμεσα στους πόλους μιας εννιάβολτης μπαταρίας. Αν συνδεθείς καλύτερα με αυτά τα λεπτά εσωτερικά αισθήματα —που γίνεται αν εστιάζεις την προσοχή σου σε αυτά πιο συχνά, για μεγαλύτερη ώρα και με μεγαλύτερη συγκέντρωση— θα παρατηρήσεις ότι αλλάζουν ανάλογα με την κατάσταση στην οποία βρίσκεσαι: όταν, για παράδειγμα, είσαι σε κατάσταση μεγαλύτερης έντασης το αμυδρό αυτό μυρμήγκιασμα γίνεται εντονότερο. Και αν παρατηρήσεις πολύ προσεκτικά, μπορεί να αρχίσεις να διακρίνεις αυτά τα λεπτά εσωτερικά αισθήματα και σε άλλα μέρη του σώματός σου: ίσως στα πέλματά σου —όπου είναι ευκολότερο να τα διακρίνεις όταν τα πέλματα δεν αγγίζουν το έδαφος, επειδή τότε δεν υπάρχουν εξωτερικά αισθήματα για να τα επικαλύχουν —, ή ίσως στα χείλη σου —όπου είναι ευκολότερο να τα διακρίνεις όταν είναι χαλαρά—, ίσως στο μέτωπο και τα μάγουλά σου —όπου, όταν κοκκινίζεις από ντροπή, τα λεπτά αυτά αισθηματάκια γίνονται πολύ εντονότερα—, ίσως στο στομάχι σου —όπου όταν ενθουσιάζεσαι αρχίζουν να θυμίζουν πεταλουδίσματα—, ίσως στη λεκάνη σου —όπου όταν ερεθίζεσαι σεξουαλικά θυμίζουν το ξαφνικό φούντωμα μιας φλόγας—… ίσως να μπορέσεις να αρχίσεις να τα παρατηρείς και στον κόρφο σου, αν στρέψεις εκεί όλη σου την προσοχή —αν βυθιστείς μέσα του— το βράδυ, όταν είσαι κουλουριασμένος πριν κοιμηθείς. Τα ίδια λεπτά εσωτερικά αισθήματα γίνονται εμφανή όταν νιώθεις ρίγη συγκίνησης να ανεβοκατεβαίνουν στη ραχοκοκαλιά σου, σαν να την διαπερνάει ένα ρεύμα ή σαν χρυσόσκονη που αστράφτει και την φωτίζει αισθητηριακά.

 

Και βέβαια, αν κάνεις τον παρατηρήσει προσεκτικά, θα διαπιστώσει πως ο εσωτερικός αισθητηριακός μας χώρος δεν ανταποκρίνεται μόνο στα εξωτερικά αισθητηριακά ερεθίσματα, όπως ένα άγγιγμα, ή μια φωνή ή ένα άρωμα, αλλά και στις σκέψεις μας —στα πράγματα που αναπολούμε ή που φαντασιωνόμαστε. Και επηρεάζεται και από το αν και τί έχουμε φάει, αν και πόσο έχουμε κοιμηθεί, αν είμαστε κουρασμένοι ή ξεκούραστοι, άρρωστοι ή υγιείς, κοκ. Ανά πάσα ώρα και στιγμή, ο εσωτερικός αισθητηριακός μας χώρος βρίσκεται σε μια κάποια κατάσταση και η κατάσταση αυτή είναι το συν-αίσθημά μας. Και μπορεί εκ πρώτης όψεως κανείς να απορήσει: δηλαδή τα συναισθήματα δεν είναι παρά η ανά πάσα στιγμή αισθητηριακή κατάσταση του σώματός μας? Ε και πού αλλού θα μπορούσαν να εμφανίζονται τα συναισθήματά μας —πού αλλού θα μπορούσαμε να τα παρατηρήσουμε— αν όχι στο σώμα μας? Και από τί άλλο θα μπορούσαν να αποτελούνται τα συναισθήματα, αν όχι από τα αισθήματα που νιώθουμε μέσα μας?

 

 

6. Εξερεύνηση του εσωτερικού αισθητηριακού χώρου

 

Επομένως, το να εξερευνήσεις —να αφουγκραστείς— ένα συναίσθημα θα πει να εξερευνήσεις —δηλαδή να φωτίσεις με την προσοχή σου— τον εσωτερικό αισθητηριακό σου χώρο: θα πει να συνδεθείς σε ζωντανό χρόνο με το σώμα σου και να εξερευνήσεις σε ολοένα και μεγαλύτερο βάθος και ευρύτητα τα αισθήματα που εμφανίζονται μέσα του.

 

Για παράδειγμα, ας πούμε ότι υπάρχει ένα ελαφρύ σφίξιμο στον αυχένα σου. Το να συνδεθείς σε ζωντανό χρόνο με τον εσωτερικό αισθητηριακό σου χώρο θα πει καταρχάς να παρατηρήσεις —να συνειδητοποιήσεις— ότι υπάρχει αυτό το ελαφρύ σφίξιμο. Δηλαδή μπορεί ο αυχένας σου να είναι ελαφρώς σφιγμένος και εσύ να μην το έχεις συνειδητοποιήσει: σε αυτή την περίπτωση η συνειδητοποίηση αυτού του αισθήματος αποτελεί μια διεύρυνση της αυτοσυνείδησης —μια διεύρυνση αυτού που νωρίτερα αποκαλέσαμε «το πλαισίου του κόσμου που βιώνεις».

 

Στη συνέχεια, το να εξερευνήσεις σε μεγαλύτερο βάθος το αίσθημα που μόλις συνειδητοποίησες θα πει να το αφουγκραστείς προσεκτικά, δηλαδή να βυθιστείς στο αίσθημα αυτό και να περιπλανηθείς μέσα του: να το νιώσεις όχι ως κάτι εξωτερικό —σαν να είσαι εσύ εδώ και το αίσθημα απέναντι— αλλά να μπεις μέσα του και να το περιεργαστείς εκ των έσω, να εξερευνήσεις τις εσωτερικές του λεπτομέρειες. Όταν αρχικά συνειδητοποιείς ότι ο αυχένας σου είναι σφιγμένος, το σφίξιμο αυτό εμφανίζεται σαν ένα πράγμα, σαν κάτι ομοιόμορφο και αδιαπέραστο, σαν ένα συνεχές αντικείμενο που δεν μπορείς να μπεις μέσα του… σαν κάτι άλλο από εσένα που μπορείς να το παρατηρήσεις μόνο εξωτερικά. Αν, όμως, συνεχίσεις να το παρατηρείς με την απροκατάληπτη περιέργεια που περιγράψαμε και νωρίτερα, αργά ή γρήγορα θα αρχίσει να σου αποκαλύπτεται η εσωτερική του διάσταση… η εσωτερική του, έτσι, αισθητηριακή ζωντάνια, αισθητηριακή κινητικότητα: μπορεί, για παράδειγμα, να αρχίσεις να νιώθεις ενός είδους αμυδρή εσωτερική περιστροφή, ή κάποιου είδους εσωτερικές μικροσυσπάσεις ή δονήσεις ή άλλου είδους μικροαλλαγές. Όσο, δηλαδή, βυθίζεσαι μέσα στο αίσθημα, τόσο εμφανίζονται περισσότερες αισθητηριακές λεπτομέρειες. Όσο καταφέρνεις να βυθίζεσαι μέσα στην τάση που νιώθεις στον αυχένα σου, τόσο η τάση αυτή θα σου εμφανίζεται όχι ως ένα ξένο —ομοιόμορφο και συμπαγές— πράγμα αλλά ως ένας ζωντανός ιστός που έχει κάποιου είδους εσωτερική κινητικότητα… ως ένα τρισδιάστατο πλέγμα αμυδρών μικροδονήσεων: ένα σφίξιμο, όπως και κάθε άλλο αίσθημα οπουδήποτε στο σώμα σου, δεν είναι ένα συμπαγές στατικό αντικείμενο αλλά είναι κάτι ζωντανό. Έτσι, μετά την διεύρυνση της αυτοσυνείδησης, η οποία συμβαίνει όταν συνειδητοποιείς ότι υπάρχει ένα αίσθημα σφιξίματος στην περιοχή του αυχένα σου, μπορεί στη συνέχεια να πραγματοποιηθεί και μια εμβάθυνση της αυτοσυνείδησης που συμβαίνει όταν παρατηρείς προσεκτικά το αίσθημα αυτό και αρχίζεις να διακρίνεις όλο και περισσότερες λεπτομέρειες μέσα του: το αρχικά αδρό αίσθημα διαλύεται σε όλο και περισσότερα λεπτά αισθήματα, σαν να παρατηρείς με το τηλεσκόπιο έναν γαλαξία και να αυξάνεις σταδιακά τη μεγέθυνση.

 

Και, τέλος, το να εξερευνήσεις τον εσωτερικό αισθητηριακό σου χώρο σε μεγαλύτερο εύρος θα πει να μη μείνεις μόνο σε ένα σημείο του αλλά να τον αφουγκραστείς σιγά-σιγά στην ολότητά του: να κάνεις παύση από οτιδήποτε άλλο, να στρέψεις όλη σου την προσοχή σου προς το εσωτερικό σου και σιγά-σιγά να παρατηρήσεις και να μπεις μέσα σε ολόκληρο το σώμα σου: και στο πλέγμα των λεπτών αισθημάτων που εμφανίζονται στην περιοχή του προσώπου σου, και των αισθημάτων που εμφανίζονται στην περιοχή της λεκάνης σου, και στην περιοχή του διαφράγματός σου, και στην περιοχή της καρδιάς σου. Αν, ας πούμε, εστιάσεις την προσοχή σου βαθιά μέσα στην περιοχή της καρδιάς σου —αν καταφέρεις να εμποτίσεις σιγά-σιγά την περιοχή αυτή με την παρουσία σου— αργά ή γρήγορα θα αρχίσεις να νιώθεις ολοένα και περισσότερη αισθητηριακή λεπτομέρεια στην περιοχή αυτή. Ίσως ο καλύτερος τρόπος που μπορώ να βρω για να περιγράψω με λόγια τα αίσθημα που αισθάνομαι εγώ όταν αφουγκράζομαι βαθιά την περιοχή της καρδιάς μου θα ήταν να το παρομοιάσω με ένα ευαίσθητο, ευάλωτο και ανεκτίμητα πολύτιμο μικρό πουλάκι που είναι εξαιρετικά αποκριτικό σε οτιδήποτε συμβαίνει: μπορεί με μιας να ανοίξει τα φτερά του και να αρχίσει να πεταρίζει, και μπορεί εξίσου με μιας να κλείσει τα φτερά του και να κρυφτεί μέσα τους. Ή σαν ένα τριαντάφυλλο που μπορεί με μιας να ανθίσει ή να μαραθεί. Σαν μια πηγή ζεστασιάς και ζωντάνιας που μπορεί ανά πάσα στιγμή να πλημυρίσει ή να στερέψει. Και καμιά φορά είναι και σαν να δημιουργείται ένας κόσμος… σαν να έχει γραπώσει το πουλάκι ένα χέρι και να το σφίγγει… σαν να πέφτει πάνω του ένα εξωτερικό και συνάμα εσωτερικό βάρος…

 

Ακριβώς εδώ, λοιπόν, το Είναι συναντιέται με την γλώσσα. Από τη μια τα εσωτερικά αισθήματα, ως διαρκώς μεταβαλλόμενες μορφοποιήσεις του Είναι, δεν μπορούν να περιγραφούν με ακρίβεια —για τον ίδιο ακριβώς λόγο που δεν μπορείς να περιγράψεις με ακρίβεια την διαρκώς μεταβαλλόμενη επιφάνεια της θάλασσας—… αλλά από την άλλη μπορούμε να προσπαθήσουμε να τα σκιαγραφήσουμε και να τα επικοινωνήσουμε χρησιμοποιώντας τη γλώσσα όχι με κυριολεκτικό αλλά με ποιητικό τρόπο. Χρησιμοποιούμε, για παράδειγμα, εκφράσεις όπως «μου κόπηκαν τα γόνατα», «μου ανέβηκε η ψυχή στο λαιμό», «έχω πεταλούδες στο στομάχι», «η καρδιά μου γίνηκε πέτρα»… Όλες αυτές οι εκφράσεις που σήμερα σε μας ως ενήλικες μπορεί να μας φαίνονται από αφηρημένες έως και ανόητες —«ανόητες», δηλαδή κενές νοήματος—… όλες αυτές οι εκφράσεις, λοιπόν, προσπαθούν να βάλουν σε λόγια τον εσωτερικό αισθητηριακό χώρο, δηλαδή την ουσία —την πρώτη ύλη— των συναισθημάτων. Και μάλιστα δεν είναι τυχαίο ότι αυτές τις εκφράσεις τις χρησιμοποιούσαμε περισσότερο —μας μιλούσαν περισσότερο— όταν ήμασταν παιδιά… ή ότι από τους ενήλικες αυτοί που τις χρησιμοποιούν συχνότερα είναι μάλλον άνθρωποι πιο λαϊκοί και λιγότερο μορφωμένοι: και τα παιδιά και οι λιγότερο μορφωμένοι ενήλικες τείνουν να κατοικούν περισσότερο στον κόσμο των αισθήσεων και λιγότερο στον κόσμο της σκέψης, και γι’αυτό είναι και πιο άμεσα συνδεδεμένοι με τον συναισθηματισμό τους.

 

 

7. Τα εξωγλωσσικά βάθη του εαυτού 

        

Ακριβώς εδώ, λοιπόν, στον χώρο που προσπαθούμε να ψηλαφήσουμε με τη γλώσσα αλλά που στην πραγματικότητα βρίσκεται πέρα από αυτή… εδώ είναι κρυμμένη μια πολύτιμη ανάμνηση που μας περιμένει να την ανασύρουμε από τα βάθη της λήθης, δηλαδή ένα ξεχασμένο κομμάτι του εαυτού μας —ένα αποκομμένο μέρος της συνείδησής μας— με το οποίο μπορούμε να επανασυνδεθούμε: αυτός ο εσωτερικός αισθητηριακός χώρος, που αποτελεί την πρώτη ύλη των συναισθημάτων και που είναι γεμάτος με μια κυριολεκτικά ασύλληπτη πλουσιότητα λεπτών αισθήσεων —δηλαδή που είναι γεμάτος με μια πλουσιότητα εμπειρίας που δεν μπορεί να συλληφθεί από το λόγο—, αυτός ο εσωτερικός αισθητηριακός κόσμος είναι κάτι με το οποίο κάποτε είμασταν πλήρως συνδεδεμένοι. Όταν είμασταν πολύ μικροί και ακόμα δεν είχαμε πραγματοποιήσει τη μετάβαση από τον κόσμο της άμεσης εμπειρίας στον κόσμο της γλώσσας —δηλαδή από την άμεση συνείδηση στην αυτοσυνείδηση, και από το άνευ όρων υποκείμενο στο καθορισμένο και γνωστό «Εγώ». Είναι ο κόσμος από τον οποίο αναδυθήκαμε, αλλά που συνάμα λησμονήσαμε λες και ήπιαμε το νερό της λησμονιάς: ένα ολόκληρο σύμπαν το οποίο διασχίσαμε για να βγούμε έξω, στο εξωτερικό φως της ικανότητας «σύλληψης» του κόσμου μέσω της δόμησης μιας κοσμοθεωρίας και της ικανότητας «σύλληψης» του εαυτού μέσω της δόμησης μιας αυτοεικόνας —μέσω του «Εγώ». Αλλά αυτή ακριβώς η διαδικασία δόμησης της κοσμοθεωρίας και της αυτοεικόνας —και αυτά τα δυο δεν είναι ξεχωριστά αλλά συναποτελούν μια συνεχόμενη δομή: η αυτοεικόνα δεν είναι παρά το κέντρο της κοσμοθεωρίας και η κοσμοθεωρία δεν είναι παρά η περιφέρεια της αυτοεικόνας— αυτή λοιπόν η διαδικασία κατανόησης του κόσμου, δεν μπορεί να ολοκληρωθεί αν το φως της αυτοσυνείδησης δεν φτάσει μέχρι τα σκοτεινά βάθη του εαυτού μας από τα οποία έχουμε αναδυθεί, και τα οποία εξακολουθούμε να κουβαλάμε μέσα μας.

 

Όταν είμασταν πολύ μικροί, λοιπόν, πριν μάθουμε να καταλαβαίνουμε και να χρησιμοποιούμε τις λέξεις που ακούγαμε —επομένως και πριν αρχίσουμε να χρησιμοποιούμε τις λέξεις αυτές για να συλλάβουμε τον κόσμο—, ολόκληρος ο εσωτερικός αισθητηριακός μας χώρος ήταν φωτισμένος: δηλαδή είχαμε άμεση συνείδηση του σώματός μας με πληρότητα και πλήρη λεπτομέρεια. Όλα τα αισθήματα ήταν απείρως διογκωμένα: ακόμα και ένα απαλό άγγιγμα το νιώθαμε σαν κάτι τεράστιο. Όταν λοιπόν ήμασταν μωρά, και ξαπλώναμε και κλείναμε τα μάτια και κουλουριαζόμασταν σε εμβρυακή θέση πριν κοιμηθούμε, ταξιδεύαμε σε ένα εσωτερικό σύμπαν απερίγραπτης πλουσιότητας και ζωντάνιας το οποίο ήταν απύθμενο… ήταν σαν να ταξιδεύαμε στα άπειρα και απείρως ποικιλόμορφα αστρικά νεφελώματα και τους απομακρυσμένους γαλαξίες του εξίσου απύθμενου εξωτερικού σύμπαντος. Μάλιστα υποπτεύομαι ότι ακριβώς αυτός είναι και ο λόγος που οι εικόνες του διαστήματος —οι φωτογραφίες απομακρυσμένων γαλαξιών και αστρικών νεφελωμάτων— έχουν αυτή την «μαγευτικά καθηλωτική» ποιότητα, που όταν τις κοιτάζουμε είναι σαν να θέλουν «να μας ρουφήξουν μέσα τους»: επειδή το άπειρο του εξωτερικού σύμπαντος κάνει κάποιου είδους αντήχηση με το άπειρο του εσωτερικού σύμπαντος, σαν να έρχεται να μας προσφέρει μια μακρινή υπενθύμιση αυτού που έχουμε προ πολλού λησμονήσει. Και νομίζω αυτός είναι και ο λόγος που αυτή τη «μαγευτικά καθηλωτική» επίδραση όταν βλέπαμε φωτογραφίες του διαστήματος τη νιώθαμε πιο έντονα όταν ήμασταν μικροί: ακριβώς επειδή όταν ήμασταν μικροί η ανάμνηση της εξίσου απύθμενης πλουσιότητας του εσωτερικού μας κόσμου δεν είχε ακόμα απομακρυνθεί τόσο από εμάς.

 

Τώρα… ίσως ότι όλα αυτά να αρχίζουν να ακούγονται κάπως φανταστικά, και εύλογα θα αναρωτηθεί κανείς «και εγώ γιατί να τα πιστέψω?». Λοιπόν αυτή είναι μια πολύ καλή ένσταση, και η απάντηση στην ένσταση αυτή είναι απλή: να μην τα πιστέψεις! Νωρίτερα είδαμε ότι οι λέξεις από μόνες τους δεν είναι πάρα άψυχα αδρανή δοχεία μέσα στα οποία καλούμαστε εμείς οι ίδιοι να εμφυσήσουμε τη δική μας ζωή, και διαβάσαμε το απόσπασμα του Πλάτωνα που έλεγε ότι οι λέξεις από μόνες τους είναι ακίνητες σαν ζωγραφιές και όταν, προσπαθώντας να καταλάβουμε τί εννοούν, τους κάνουμε ερωτήσεις, αυτές επαναλαμβάνουν πάντα το ίδιο και το αυτό. Οι λέξεις από μόνες τους δεν περιέχουν άμεση ουσία… ουσιαστικό νόημα αποκτούν μόνο στο βαθμό που ο καθένας από εμάς για τον εαυτό ζωντανεύει την κάθε λέξη γεμίζοντάς την με τη δική του ουσία. Γι’αυτόν, λοιπόν, το λόγο οτιδήποτε ακούτε να λέω —και οτιδήποτε ακούτε να λέει ο οποιοσδήποτε— για τη βαθύτερη φύση της ύπαρξης—ή και για οτιδήποτε άλλο—, αν και για όσο δεν μπορείτε να του αποδώσετε ουσιαστικό νόημα, δηλαδή αν και για όσο δεν μπορείτε να το αναγνωρίσετε εσείς οι ίδιοι στη δική σας προσωπική άμεση εμπειρία, δεν πρέπει να το εκλαμβάνετε ως τίποτα διαφορετικό από ένα παραμύθι… μια ιστοριούλα. Αφού οι λέξεις από μόνες τους δεν είναι παρά άψυχα αδρανή δοχεία τα οποία καλούμαστε εμείς οι ίδιοι να γεμίσουμε με νόημα, η ίδια ακριβώς λεκτική περιγραφή τη ύπαρξης που μπορεί να είναι απολύτως αληθής για κάποιον που την αναγνωρίζει στην προσωπική του εμπειρία, δεν μπορεί να είναι παρά μια πλάνη για αυτόν που την πιστεύει χωρίς να την αναγνωρίζει ιδίοις όμμασι. Το να πιστεύεις το οτιδήποτε χωρίς να το αναγνωρίσεις άμεσα στη δική σου προσωπική εμπειρία, είναι σαν να σου λέω «νιώθω πεταλούδες στο στομάχι» και εσύ να με πιστεύεις χωρίς να έχεις ξανακούσει την έκφραση αυτή και χωρίς να καταλαβαίνεις στη δική σου προσωπική άμεση εμπειρία σε τί είδους πεταλούδες αναφέρεται.

 

Με δυο λόγια, οτιδήποτε δεν μπορείς να παρατηρήσεις άμεσα εσύ ο ίδιος για τον εαυτό σου, δεν μπορεί να έχει για σένα ουσιαστικό νόημα. Ή αλλιώς, καμία περιγραφή της ύπαρξης από μόνη της δεν περιέχει «την αλήθεια». Η οποιαδήποτε περιγραφή της ύπαρξης, όσο καλή και αν είναι, δεν μπορεί να περιέχει παρά οδηγίες και προτροπές για να παρατηρήσεις εσύ ο ίδιος τη δική σου συνείδηση. Όταν, για παράδειγμα, λέω πως όταν ήμασταν πολύ μικροί ολόκληρος ο εσωτερικός αισθητηριακός μας χώρος ήταν φωτισμένος και όταν κλείναμε τα μάτια ήταν σαν να ταξιδεύουμε σε ένα άπειρο εσωτερικό σύμπαν, αυτό που στην ουσία λέω είναι «δες μήπως η περιγραφή αυτή μπορεί να σου ξυπνήσει κάτι γνώριμο… ή, αλλιώς, δες μήπως σε βοηθήσει να επανασυνδεθείς με την ανάμνηση του πώς ήταν να κλείνεις τα μάτια όταν ήσουν εσύ πολύ μικρός!». Αν δεν μπορείς να επανασυνδεθείς εσύ από μόνος σου με αυτή την ανάμνηση, τότε η περιγραφή της δεν μπορεί να περιέχει για σένα ουσιαστικό νόημα, και άρα το να με πιστέψεις δε θα ήταν για σένα παρά μια παραπλάνηση… Από την άλλη, αν —και στο βαθμό που— καταφέρεις να επανασυνδεθείς εσύ ο ίδιος με αυτή σου την ανάμνηση… τότε δεν θα χρειάζεται να «πιστέψεις» την περιγραφή αυτή: θα αποτελεί μια άμεση ζωντανή αλήθεια για σένα!

 

Λοιπόν στον Φαίδρο, στον ίδιο διάλογο του Πλάτωνα που περιέχει το απόσπασμα με τις λέξεις που από μόνες τους είναι ακίνητες και αμίλητες σαν ζωγραφιές, ο Πλάτωνας μας περιγράφει μια στιχομυθία μεταξύ του μυθικού βασιλιά της Αιγύπτου «Θαμούς» και του θεού Θεύθ, ο οποίος σύμφωνα με την αιγυπτιακή μυθολογία ήταν αυτός ανακάλυψε τη γραφή, δηλαδή το πρώτο μέσο που μπορούσε να καταγράψει τα λεγόμενα κάποιου. Αρχικά, λοιπόν, ο θεός Θεύθ είπε στο βασιλιά Θαμούς ότι η γραφή αποτελεί φάρμακο για τη μνήμη και τη σοφία, και ότι θα κάνει τους Αιγυπτίους σοφότερους και μνημονικότερους… αλλά σε αυτό ο βασιλιάς Θαμούς του απάντησε: «Ω εφευρετικότατε Θεύθ, άλλος έχει την ικανότητα να επινοεί μια καινούργια τεχνολογία, και άλλος την ικανότητα να κρίνει το αν και κατά πόσον η τεχνολογία αυτή θα είναι ωφέλιμη ή επιβλαβής στους μελλοντικούς της χρήστες. Έτσι και συ τώρα, επειδή είσαι ο πατέρας της γραφής και δεν μπορείς παρά να βλέπεις ευνοϊκά το έργο σου, της απέδωσες δύναμη αντίθετη από αυτή που πραγματικά έχει. Η γραφή θα παράξει λησμοσύνη στις ψυχές αυτών που θα μάθουν να τη χρησιμοποιούν, ακριβώς επειδή θα παραμελήσουν να εξασκούν τη μνήμη τους διότι έχοντας εμπιστοσύνη στη γραφή θα θυμούνται τα πράγματα εξωτερικά με εξωγενείς χαρακτήρες και όχι εσωτερικά από μέσα απ’τον ίδιο τον εαυτό τους. Δεν επινόησες φάρμακο μνήμης αλλά υπενθύμισης. Και προσφέρεις στους μαθητές σου την εμφάνιση της σοφίας και όχι πραγματική σοφία. Διότι θα γίνονται πολυμαθείς χωρίς ουσιαστική γνώση, και θα φαντάζονται τους εαυτούς τους πολύξερους ενώ ως επί το πλείστον θα έχουν άγνοια, και θα είναι και ανυπόφοροι από πάνω επειδή ακριβώς θα πιστεύουν ότι είναι σοφοί ενώ δεν είναι.» Και λίγο παρακάτω, ο Πλάτωνας μας λέει πως όποιος νομίζει ότι ο γραπτός λόγος —δηλαδή οι λέξεις καθαυτές, ή, αλλιώς, οποιαδήποτε χρήση του λόγου δεν είναι βαθιά διαδραστική— όποιος, λοιπόν, νομίζει ότι ο γραπτός λόγος περιέχει κάτι σαφές και βέβαιο, είναι αδαής επειδή αγνοεί τον χρησμό του Θεύθ ότι οι λέξεις καθαυτές δεν είναι τίποτα παραπάνω από μια υπενθύμιση προς αυτόν που ήδη γνωρίζει αυτά που περιγράφουν..

 

 

8. Η ανάδυση της αυτοσυνείδησης

 

Το ότι το απύθμενο εσωτερικό σύμπαν με την απερίγραπτη πλουσιότητα και ζωντάνια από το οποίο αναδυθήκαμε ήταν ένας κόσμος στον οποίο είμασταν βυθισμένοι πριν την απόκτηση της γλώσσας, και το ότι τη γλώσσα —με την οποία δομούμε την κατανόηση του κόσμου μας— τη συναντήσαμε στον εξωτερικό κόσμο, έχει ως αποτέλεσμα η γλωσσική μας λειτουργία καθαυτή —από μόνη της— να είναι κάτι ριζικά διαφορετικό από τον εσωτερικό κόσμο.

 

Η ίδια η διαδικασία της ανάπτυξης της αυτοσυνείδησης, δηλαδή η διαδικασία της δόμησης του «Εγώ» και της κοσμοθεωρίας (και όπως ήδη αναφέραμε, αυτά τα δυο —«Εγώ» και κοσμοθεωρία—είναι στην πραγματικότητα μια συνεχής και αδιαχώριστη δομή)… αυτή η διαδικασία δεν είναι παρά η απόπειρα σύλληψης του Είναι… η απόπειρα της συνείδησης να γραπώσει τον διαρκώς μεταβαλλόμενο εαυτό της —το διαρκώς μεταβαλλόμενο «τώρα»— και να το παγιδέψει σε σταθερές έννοιες και σε σταθερές σχέσεις —σε σταθερές συμβολικές γλωσσικές δομές. Μέσω αυτής της διαδικασίας συμβολοποίησης του Είναι —δηλαδή διαχωρισμού και οργάνωσής του Είναι σε σύμβολα—, μεταφερόμαστε από τον κόσμο της άμεσης συνείδησης, της άμεσης εμπειρίας —«άμεσης»: «α» στερητικό και «μέσο», δηλαδή δεν υπάρχει κάτι το μέσο, το ενδιάμεσο ανάμεσα σε εμάς και την εμπειρία, εμείς και η εμπειρία είμαστε ένα… «είμαι» και «είναι» ταυτίζονται— στον κόσμο της συμβολικά-διαμεσολαβούμενης αυτοσυνείδησης —δηλαδή τώρα η εμπειρία του κόσμου δεν είναι άμεση, αλλά ανάμεσα σε εμάς και τον κόσμο μεσολαβούν τα σύμβολα, οι ερμηνείες, η νοηματοδότηση. Με πιο απλά λόγια, περνάμε από τον κόσμο της άμεσης εμπειρίας στον κόσμο της σκέψης: οτιδήποτε βλέπουμε ταυτόχρονα το σκεφτόμαστε, το ονοματίζουμε, το περιγράφουμε στον εαυτό μας, αναλύουμε τις ιδιότητές του, υπολογίζουμε τις λογικές του συνέπειες, το κατηγοριοποιούμε, σκεφτόμαστε τί σημαίνει. Αλλά κάνοντάς το αυτό, η σκέψη μπαίνει ανάμεσα σε εμάς και σε αυτό που απλά υπάρχει… πλέον η προσοχή μας εστιάζει στην ενδιάμεση σκέψη και όχι στην άμεση εμπειρία καθαυτή. Με τα λόγια του Κρισναμούρτι: «Βλέπουμε τα πράγματα μέσα από τις εικόνες που έχουμε δημιουργήσει για αυτά. Όταν βλέπεις ένα δέντρο δεν βλέπεις το δέντρο, βλέπεις μέσα από την λέξη και την εικόνα που έχεις για το δέντρο.» «Ακόμα και όταν κοιτάς ένα δέντρο και λες “αυτό είναι πεύκο”, η ονομάτιση του δέντρου, που είναι μια βοτανολογική γνώση, έχει τόσο πολύ διαμορφώσει το μυαλό σου που η λέξη μπαίνει ανάμεσα σε εσένα και στο να δεις πραγματικά το δέντρο.»


Ως αυτοσυνειδήσεις —δηλαδή ως συγκεκριμένα Εγώ: ως «εγώ ο Πέτρος… που είμαι έτσι και αλλιώς κι αλλιώτικα… και που αλληλεπιδρώ με αυτό, εκειπέρα έξω, που είναι κάτι άλλο από εμένα…»— τείνουμε να αποκοβόμαστε από την άμεση εμπειρία και να αντιλαμβανόμαστε μόνο ό,τι μπορούμε να σκεφτούμε, μόνο αυτό στο οποίο μπορούμε να αποδώσουμε συγκεκριμένο νόημα… δηλαδή μόνο αυτό που μπορούμε να περιγράψουμε. Και το αντιλαμβανόμαστε μόνο στο βαθμό που μπορούμε να το σκεφτούμε, δηλαδή μόνο στο βαθμό που μπορούμε να το περιγράψουμε και να του αποδώσουμε συγκεκριμένο νόημα.

 

Τώρα, όμως, το μέσο για την απόδοση του νοήματος —για την περιγραφή— είναι η γλώσσα και τα σύμβολά της —οι λέξεις. Αλλά η γλώσσα δε βγαίνει από μέσα μας, τη συναντάμε στον εξωτερικό κόσμο. Οι λέξεις καθαυτές είναι σαν εξωτερικά αντικείμενα που συναντάμε στον κόσμο των εξωτερικών αισθήσεων. Σαν αδιαφανή δοχεία των οποίων το πραγματικό περιεχόμενο μας είναι αιώνια κρυφό: από τη μια πρέπει να το μαντέψουμε, αλλά από την άλλη δεν μπορούμε ποτέ να το δούμε απευθείας για να επαληθεύσουμε τις μαντεψιές μας. Στην πραγματικότητα, ωστόσο, το ίδιο ισχύει και για όλους τους άλλους: όσο είμαστε ταυτισμένοι με τη λογική σκέψη, το «πραγματικό περιεχόμενο» των λέξεων παραμένει αιώνια κρυφό σε όλους μας (που σημαίνει ότι οι λέξεις καθαυτές δεν έχουν «πραγματικό περιεχόμενο»). Μόνο το εξωτερικό τους σχήμα μας είναι προσιτό: δηλαδή μόνο οι σχέσεις των λέξεων με άλλες λέξεις. Μπορούμε, ας πούμε, να ανατρέξουμε στον ορισμό μιας λέξης στο λεξικό, αλλά ο ορισμός αυτός αποτελείται από άλλες λέξεις, των οποίων ο ορισμός περιέχεται στο ίδιο λεξικό και αποτελείται από άλλες λέξεις των οποίων και αυτών ο ορισμός περιέχεται στο ίδιο λεξικό, και ούτω καθεξής για όλες τις λέξεις του λεξικού. Με άλλα λόγια, ένα λεξικό είναι αυτοαναφορικό: περιέχει σχέσεις μεταξύ λέξεων, λογικές δομές, αλλά δεν περιέχει άμεση ουσία… δεν μπορεί να περιέχει ουσιαστικό νόημα. Το ουσιαστικό νόημα είναι απρόσιτο στη λογική, είναι απρόσιτο στην κυριολεκτική σκέψη. Αυτός είναι και ο λόγος που ο ορθολογισμός οδηγεί αναπόφευκτα στον μηδενισμό: δεν έχει πρόσβαση στο ουσιαστικό νόημα.

 

Με άλλα λόγια, η γλώσσα —και συνεπώς η λογική νοηματοδότηση του κόσμου στο σύνολό της— από τη μια, και η άμεση εμπειρία του εσωτερικού και του εξωτερικού κόσμου από την άλλη, είναι θεμελιωδώς αλλοτριωμένα… είναι «άλλα». Για αυτόν ακριβώς τον λόγο, όσο βλέπουμε τον κόσμο μέσα από την περιγραφή που του δίνουμε, ή, αλλιώς, όσο βλέπουμε τον κόσμο μέσα από το πρίσμα της σκέψης —μέσα από τους καθορισμούς και τους διαχωρισμούς της— και, άρα, όσο είμαστε ταυτισμένοι και με το συγκεκριμένο «Εγώ», αφού το συγκεκριμένο «Εγώ» δεν είναι και αυτό παρά μια συμβολική δομή —η ταυτότητά μας αποτελείται και αυτή από καθορισμούς και διαχωρισμούς της σκέψης— είμαστε αλλοτριωμένοι: είμαστε θεμελιωδώς αποξενωμένοι από την άμεση εμπειρία μας —από τον, ας πούμε, βαθύτερό μας εαυτό. Ο κόσμος της άμεσης ύπαρξης και ο κόσμος της σκέψης… ο κόσμος της άμεσης συνείδησης και ο κόσμος της αυτοσυνείδησης… ο κόσμος των συναισθημάτων και ο κόσμος της λογικής, αν θέλετε… είναι θεμελιωδώς αποκομμένοι! Και αυτό που καλούμαστε να κάνουμε για να ολοκληρωθούμε ως υπάρξεις, αυτό που καλούμαστε να κάνουμε για να άρουμε τον εσωτερικό μας διχασμό και την εσωτερική μας αποξένωση, αυτό λοιπόν που καλούμαστε να κάνουμε για να πάψουμε να νιώθουμε ως κάτι παντελώς ξεχωριστό και αποκομμένο —που, ως κάτι παντελώς ξεχωριστό και αποκομμένο δεν μπορεί και να συνδεθεί ουσιαστικά με οτιδήποτε άλλο—, είναι να βρούμε τον τρόπο να συνδέσουμε τους δυο αυτούς κόσμους: τον κόσμο της σκέψης με τον κόσμο της άμεσης ύπαρξης.

 

Λοιπόν η σύνδεση της σκέψης με τον κόσμο της άμεσης ύπαρξης προϋποθέτει να βρούμε τον τρόπο να βγούμε έξω από τα περιοριστικά σύνορα της σκέψης, δηλαδή να αποταυτιστούμε από το Εγώ και να σταθούμε στη θέση του άνευ όρων υποκειμένου ώστε να μπορέσουμε να ξανάρθουμε σε άμεση επαφή με τον αισθητηριακό κόσμο. Θα μπορούσαμε, δηλαδή, να πούμε ότι η θέση του άνευ όρων υποκειμένου —που σκιαγραφήσαμε εκτενώς νωρίτερα— είναι αυτή η θέση που μας προσφέρει μια ευρύτερη οπτική γωνία, στην οποία περιέχεται μεν το Εγώ χωρίς όμως να αποτελεί το όλον. Ή, αλλιώς: η θέση του άνευ όρων υποκειμένου μας επιτρέπει να δούμε τον κόσμο και μέσα από τα μάτια του Εγώ —δηλαδή της σκέψης— αλλά και μέσα από τα μάτια της άμεσης —της μη-νοηματοδοτημένης— εμπειρίας. Από αυτή, λοιπόν, την άνευ όρων —την απαγκιστρωμένη από το Εγώ— θέση θέασης, μπορούμε να αρχίσουμε να ενώνουμε τη σκέψη με την άμεση εμπειρία… μπορούμε, δηλαδή, να αρχίσουμε σιγά-σιγά να γεμίζουμε την κάθε λέξη με ζωντανή ουσία.

 

Από την άλλη μεριά, στο βαθμό που ταυτιζόμαστε με τη σκέψη, δηλαδή στο βαθμό που ταυτιζόμαστε με το συγκεκριμένο και γνωστό «Εγώ» και με όλους τους υπόλοιπους καθορισμούς που προκύπτουν από τη σκέψη —ή αλλιώς, στο βαθμό που για εμάς το «όλον» δεν είναι παρά αυτό που μπορούμε να συλλάβουμε και να περιγράψουμε, αυτό που μπορούμε να καταλάβουμε— σε αυτό το βαθμό ο κόσμος της άμεσης εμπειρίας —άρα και ο κόσμος των συναισθημάτων— μας παραμένει κρυφός. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι τα βάθη της ύπαρξης επισκιάζονται από το φως της σκέψης, όπως ακριβώς τα βάθη ενός πηγαδιού είναι πιο σκοτεινά όταν η μέρα είναι πιο λαμπερή… και αυτό είναι κάτι που μπορεί να διαπιστώσει ιδίοις όμμασι και με μεγάλη ευκρίνεια οποιοσδήποτε ασχοληθεί σοβαρά με τον διαλογισμό: όταν κάνεις διαλογισμό, ο εσωτερικός κόσμος σου αποκαλύπτεται όσο περισσότερο αποταυτίζεσαι από τη σκέψη.

 

 

9. Η μετάβαση από την άμεση εμπειρία στη σκέψη

 

Λοιπόν, υπό μια έννοια, στη θέση του άνευ όρων υποκειμένου βρισκόμασταν όταν πρωτομαθαίναμε να μιλάμε: αφού ακόμα δεν είχαμε ολοκληρώσει την κατάκτηση της γλώσσας δεν είχαμε ολοκληρώσει και τη δόμηση ενός συγκεκριμένου και συμπαγούς Εγώ, μιας συγκεκριμένης και σταθερής ταυτότητας. Ωστόσο, ακριβώς επειδή ακόμα δεν είχε πραγματοποιηθεί η εκμάθηση της γλώσσας και η δόμηση του Εγώ, αυτό το πρωτογενές άνευ όρων υποκείμενο δεν είχε πρόσβαση στη συμβολική λειτουργία. Δηλαδή, σε αντίθεση με το άνευ όρων υποκείμενο στο οποίο μπορούμε να σταθούμε σήμερα, το πρωτογενές άνευ όρων υποκείμενο δεν ήταν αποταυτισμένο από τη λογική σκέψη: αφού η λογική σκέψη για αυτό δεν ήταν ακόμα μια ολοκληρωμένη λειτουργία, δεν ήταν κάτι από το οποίο μπορούσε να αποταυτιστεί αλλά, ταυτόχρονα, δεν ήταν και κάτι στο οποίο είχε πρόσβαση.

 

Όταν ως νήπια βρισκόμασταν σε αυτή τη θέση του πρωτογενούς άνευ όρων υποκειμένου, λοιπόν, είμασταν ακόμα ενωμένοι με την άμεση εμπειρία: με την κατάσταση στην οποία ο κόσμος —εξωτερικός και εσωτερικός— μοιάζει κάτι το καινούργιο και το απροσδόκητο… κάτι στο οποίο έχουμε βρεθεί με έναν ακατανόητο —σχεδόν μαγικό!— τρόπο. Είμασταν ακόμα άμεσα συνδεδεμένοι με την ασύλληπτη-από-το-λόγο πλουσιότητα λεπτών αισθήσεων, εξωτερικών και εσωτερικών. Και όντας σε αυτή τη θέση, είχαμε τη δυνατότητα να συνδέουμε τις λέξεις, που —για πρώτη φορά τότε— συναντούσαμε στον εξωτερικό κόσμο με αυτή την άμεση εμπειρία, με αυτή τη ζωντανή ουσία. Ή, για να είμαστε πιο ακριβείς, ένα κομμάτι της άμεσης εμπειρίας —οι τυποποιημένοι ήχοι (ή, στην περίπτωση κωφάλαλων νηπίων, οι τυποποιημένες κινήσεις των χεριών) που συνθέτουν τις λέξεις— συνδυαζόταν με την υπόλοιπη άμεση εμπειρία, και μέσα από αυτή τη διαδικασία μετατρεπόταν σε κάτι διπλό: πλέον ο ήχος μιας λέξης είναι και ένα κομμάτι άμεσης εμπειρίας —μια συγκεκριμένη δόνηση που κάθε φορά που προφέρεται η ίδια λέξη είναι διαφορετική: αν σε πω «γουρούνι!» [με μίσος] ή αν σε πω «γουρούνι…» [με συμπαθεια] η δόνηση, η άμεση ουσία, είναι διαφορετική—… οπότε η προφορά κάθε λέξης είναι και ένα κομμάτι άμεσης ουσίας, αλλά και ένα σύμβολο, δηλαδή και κάτι ενδιάμεσο ανάμεσα σε εμάς και την άμεση ουσία. Αφού στη θέση του πρωτογενούς άνευ όρων υποκειμένου δεν υπάρχει τίποτα άλλο εκτός από τη ζωντανή ουσία, αν δεν είχαμε τη δυνατότητα να συνδέσουμε τις λέξεις που συναντούσαμε στον έξω κόσμο με αυτή τη ζωντανή ουσία, οι λέξεις καθαυτές —και όταν λέω «λέξεις καθαυτές» εννοώ π.χ. τη λέξη «γουρούνι» καθαυτή, χωρίς τα συγκείμενα εξωγλωσσικά στοιχεία όπως ο τρόπος εκφοράς της, οι συνοδευτικές εκφράσεις του προσώπου, και το ευρύτερο διαπροσωπικό και κοινωνικό πλαίσιο— θα παρέμεναν κάτι παντελώς κενό και άχρηστο με το οποίο δεν θα μπορούσαμε να αλληλεπιδράσουμε με κάποιον τρόπο.

 

Εδώ, ωστόσο, κρύβεται μια κρίσιμη λεπτομέρεια! Ακριβώς επειδή αρχικά είχαμε πρόσβαση μόνο στην άμεση εμπειρία και όχι στη λογική σκέψη, η ουσία που αποδίδαμε στην κάθε λέξη ήταν καθαρά συγκυριακή, δηλαδή εξαρτώνταν όχι από εμάς αλλά από το περιβάλλον στο οποίο έτυχε να μεγαλώνουμε: όπως συναντούσαμε την κάθε λέξη τη συνδέαμε με την ουσία που εκείνη τη στιγμή τύχαινε να είναι παρούσα για εμάς. Λέξεις όπως «καλό» και «κακό», «σωστό» και «λάθος», «αγόρι» και «κορίτσι», «αξία», «αγάπη», «καλοσύνη», «ειλικρίνεια», «ομορφιά»… όπως και κάθε άλλη λέξη… δεν μπορούσαν παρά να είναι γεμάτες με την άμεση ουσία που υπήρχε για εμάς όταν τις ακούγαμε: δηλαδή με τα εξωτερικά και τα εσωτερικά αισθήματα που ήταν παρόντα για εμάς όταν ακούγαμε τους γύρω μας να χρησιμοποιούν τις λέξεις αυτές, καθώς και με τα αισθήματα που προηγούνταν και που ακολουθούσαν. Δεν υπήρχε, εξάλλου, και κάτι άλλο εκτός από τη ροή των εξωτερικών και εσωτερικών αισθημάτων, που θα μπορούσε να λειτουργήσει για εμάς ως νόημα για τις λέξεις.

 

Για να προσφέρω ένα εξαιρετικά απλοϊκό παράδειγμα του τι εννοώ ότι το νόημα που αποδίδαμε στις λέξεις εξαρτώνταν από το περιβάλλον στον οποίο μεγαλώναμε: είναι άλλο το νόημα, άλλη η ουσία, άλλη η δόνηση, το περιεχόμενο, του «απέτυχες» [υποτιμητικά] και άλλη του «απέτυχες» [με αποδοχή]. Αν κανείς μεγαλώνει σε ένα περιβάλλον που τη λέξη «απέτυχες» τη χρησιμοποιούν υποτιμητικά ή περιπαικτικά, το νόημα με την οποία θα την συνδέσει θα είναι πολύ διαφορετικό από αν μεγάλωνε ένα περιβάλλον που το «απέτυχες» μας το λένε με αποδοχή και υποστήριξη. Ή, ας πούμε, είναι άλλο το «δες ένα σκυλί» [με γλυκύτητα] και άλλο το «μην πας στο σκυλί, αυτό είναι σκυλί, μην το ακουμπάς» [με αηδία]: στις δυο αυτές περιπτώσεις, η λέξη «σκυλί» έχει άλλο νόημα, παρότι ως λέξη καθαυτή είναι η ίδια. Και ούτω καθεξής με όλες τις λέξεις.

 

Είναι μόνο σε δεύτερο χρόνο, όταν αρχίζουμε σιγά-σιγά να κατοικούμε και στον κόσμο της σκέψης, που οι λέξεις αρχίζουν να αποκτούν έναν λογικό ορισμό: που αρχίζουμε να ορίζουμε τις λέξεις χρησιμοποιώντας άλλες λέξεις, που αρχίζουμε να τις συνδέουμε σε λογικές δομές. Είναι σε δεύτερο χρόνο που, ας πούμε, «καλός είναι αυτός που δεν φέρεται στους άλλους όπως δεν θα ήθελε να του φέρονται στον ίδιο». Και αυτό ο λογικός ορισμός των λέξεων λειτουργεί σε ξεχωριστό επίπεδο από το άμεσο ουσιαστικό τους περιεχόμενο. Δηλαδή, αν όταν ήσουν μικρός σου φέρονταν εξαιρετικά άδικα και καταπιεστικά, και σε δέρνανε «για να γίνεις καλός άνθρωπος», «για το καλό σου», «επειδή πρέπει να είσαι καλός» και αργότερα σου μάθανε ότι «καλός είναι αυτός που δεν φέρεται στους άλλους όπως δεν θα ήθελε να του φέρονται»… ε τότε… το λογικό νόημα της λέξης «καλός» και το πραγματικό της ουσιαστικό περιεχόμενο θα είναι για σένα πολύ διαφορετικά. Μάλιστα σε αυτή την περίπτωση το δε θα είναι απλά πολύ διαφορετικά: θα είναι και αντικρουόμενα! Ε, αυτό δεν μπορεί παρά να δημιουργήσει μια βαθιά αλλοτρίωση, έναν διχασμό και μια ασυμβατότητα μεταξύ άμεσης συνείδησης και αυτοσυνείδησης… ή μεταξύ συναισθηματικού και διανοητικού σώματος, αν θέλετε.

 

Στη συνέχεια, όσο περισσότερο προχωρούσαμε σε αυτή τη μετάβαση από τον κόσμο της άμεσης εμπειρίας στον κόσμο της σκέψης, όσο περισσότερο αρχίζαμε να βλέπουμε κάθε κομμάτι της πραγματικότητας ως κάτι με συγκεκριμένο ορισμό και συγκεκριμένες ιδιότητες —με μια συγκεκριμένη περιγραφή— και όχι ως κάτι άμεσο, ως κάτι ζωντανό, ως κάτι απύθμενα θαυμαστό… δηλαδή όσο περισσότερο η ύπαρξη εν γένει —τα χρώματα, οι ήχοι, τα σωματικά αισθήματα— άρχιζε να μας φαίνεται κάτι τετριμμένα αυτονόητο, και όχι κάτι μαγικά απροσδόκητο, κάτι λαμπερό, κάτι ιερό —και ακριβώς αυτό είναι το αληθινό, το ουσιαστικό, νόημα της ιερότητας: το να μπορείς να βλέπεις την κάθε σπιθαμή της ύπαρξης όχι ως κάτι δεδομένο, αλλά ως κάτι απύθμενα μοναδικό και ανεκτίμητο… ή, με άλλα λόγια, το να μπορείς να βλέπεις τον κόσμο μέσα από τα αθώα, ατραυμάτιστα και απρογραμμάτιστα, παιδικά μάτια—… όσο περισσότερο, λοιπόν, απομακρυνόμασταν από τη θέση του άνευ όρων υποκειμένου και ερχόμασταν να εγκατασταθούμε στη θέση του συγκεκριμένου —και άρα περιορισμένου και συνάμα περιοριστικού— Εγώ, τόσο περισσότερο χάναμε την πρόσβασή μας στο πρωταρχικό, το άμεσο καθαυτό Είναι και άρα τόσο περισσότερο οι λέξεις από κάτι το ζωντανό μετατρέπονταν σε κάτι το μηχανιστικό, από κάτι το μοναδικά ουσιαστικό, όπου η κάθε χρήση μιας λέξης σήμαινε και κάτι διαφορετικό σε κάτι αδρανές, όπου η κάθε χρήση μιας λέξης σημαίνει το ίδιο με όλες τις άλλες χρήσεις της. Όσο μαθαίναμε να εστιάζουμε την προσοχή μας στο λογικό νόημα των λέξεων —στον ορισμό των λέξεων όπως τον βρίσκουμε σε ένα λεξικό— τόσο το ουσιαστικό τους νόημα μας αποκρυβόταν. Όπως είπαμε και νωρίτερα: τα βάθη της ύπαρξης επισκιάζονται από το φως της σκέψης, όπως ακριβώς τα βάθη ενός πηγαδιού είναι πιο σκοτεινά όταν η μέρα είναι πιο λαμπερή.

 

Όσο περισσότερο, λοιπόν, αποσυνδεόμαστε από την άμεση ύπαρξη και μεταφερόμαστε στον κόσμο της σκέψης, τόσο περισσότερο η σκέψη —μέσα από την οποία αντιλαμβανόμαστε και ερμηνεύουμε τον κόσμο— γίνεται αυτοαναφορική, δηλαδή τόσο περισσότερο αποκόβεται από την ουσία και παγιδεύεται μέσα στον εαυτό της. Ή αλλιώς, τόσο περισσότερο εκλαμβάνουμε ως νόημα μιας λέξης τον ορισμό που της δίνει ένα λεξικό. Αλλά, όπως είδαμε νωρίτερα, ένα λεξικό περιέχει σχέσεις μεταξύ των λέξεων, αλλά δεν περιέχει το ουσιαστικό νόημα καμιάς από αυτές. Έτσι, όταν ταυτιζόμαστε με τη σκέψη αποκλειόμαστε από το ουσιαστικό νόημα του λόγου. Ειρήσθω εν παρόδω, αυτή είναι και η βαθύτερη αιτία που ο ορθολογισμός οδηγεί αναπόφευκτα στον μηδενισμό: όσο κι αν ψάξεις, μέσα απ’τη λογική ουσιαστικό νόημα δε θα βρεις.

 

Αν και η σκέψη αποτελεί το μέσο της αυτοσυνείδησης, το μέσο της κατανόησης, το μέσο που μπορεί να φωτίσει την ύπαρξη και να της επιτρέψει να βγει από το σκοτεινό τώρα για να συνειδητοποιήσει τον εαυτό της… αποτελεί συνάμα και το πέπλο που μπαίνει ανάμεσα σε εμάς και στον κόσμο, που μας υπνωτίζει, που μας τυφλώνει σε αυτό που Είναι. Προσπάθησε, για παράδειγμα, να θυμηθείς πώς φάνταζε ακόμα και ένα απλό μυρμήγκι μέσα από τα νηπιακά σου μάτια, όταν ακόμα δεν ήταν κάτι το γνωστό και το δεδομένο. Η σκέψη μας τυφλώνει ακόμα και στην εσωτερική μας εμπειρία. Αν όταν νιώθεις τους μύες του προσώπου σου να συσπώνται τους αποδίδεις ταυτόχρονα κάποια ερμηνεία… αν, ας πούμε, κάπου μέσα σου λες «αυτό είναι χαμόγελο»… τότε δεν βιώνεις την ζωντανή πραγματικότητα: κανένα χαμόγελο δεν είναι ακριβώς το ίδιο με κανένα άλλο —κάθε στιγμή που χαμογελάς η άμεση εμπειρία της στιγμής αυτής είναι κάτι το ξεχωριστά μοναδικό— αλλά η λέξη «χαμόγελο» είναι πάντα ακριβώς η ίδια. Με το που ονοματίσεις την εμπειρία έχεις περάσει από την άμεση μοναδικότητα σε μια αφηρημένη κατηγορία.

 

Δηλαδή όσο είμαστε ταυτισμένοι με τη σκέψη και το Εγώ, η σκέψη είναι αυτομάτως παγιδευμένη στην αυτοαναφορικότητα, και σε αυτή την υπαρξιακή θέση η σκέψη δεν μπαίνει μόνο ανάμεσα σε εμάς και στον αισθητηριακό κόσμο —εξωτερικό και εσωτερικό—αλλά μπαίνει ακόμα και ανάμεσα σε εμάς και στην ουσιαστική σημασία των λέξεων που η ίδια η σκέψη χρησιμοποιεί!

 

Λοιπόν αυτόν τον εγγενή διχασμό μεταξύ άμεσης ουσίας και σκέψης ήδη στην αρχαιότητα τον είχε εντοπίσει και είχε προσπαθήσει να τον βάλει σε λόγια ο Ηράκλειτος. Στην περίφημη πρώτη φράση του έργου του, είχε γράψει «τοῦ δὲ λόγου τοῦδ᾽ ἐόντος ἀεὶ ἀξύνετοι γίνονται ἄνθρωποι καὶ πρόσθεν ἢ ἀκοῦσαι καὶ ἀκούσαντες τὸ πρῶτον». Δηλαδή ενώ ο Λόγος —ο Λόγος με λάμδα κεφαλαίο, ο ας πούμε «θείος λόγος», αυτός που εκφράζει τη ζωντανή αλήθεια, που συνάδει με την ουσία, το Τάο αν θέλετε—… ενώ, λοιπόν, ο Λόγος είναι αιώνια, οι άνθρωποι γίνονται αξύνετοι —δηλαδή ασύνετοι, ασύνδετοι, ασυνάρτητοι, εσωτερικά διχασμένοι— και πριν τον ακούσουν και αφού τον ακούσουν για πρώτη φορά. Και σε ένα άλλο απόσπασμα μας λέει χαρακτηριστικά «ἀξύνετοι ἀκούσαντες κωφοῖσιν ἐοίκασι· φάτις αὐτοῖσιν μαρτυρεῖ παρεόντας ἀπεῖναι.» Δηλαδή ενώ ακούν παραμένουν ασυνάρτητοι —εσωτερικά ασύνδετοι— και μοιάζουν σαν τους κουφούς που δεν μπορούν να ακούσουν: ενώ είναι παρόντες απουσιάζουν.

 

Επομένως, το λογικό και το ουσιαστικό περιεχόμενο των λέξεων, όπως τις χρησιμοποιούμε, διαφέρουν. Άλλο καταλαβαίνει ο λογισμός και άλλο το συναισθηματικό σώμα. Συχνά μπαίνουμε σε ολόκληρες διενέξεις ανταλλάσσοντας λογικά επιχειρήματα και αντεπιχειρήματα προσπαθώντας να αποδείξουμε ότι ο ένας ή ο άλλος έχει δίκιο, ενώ η ουσία των διενέξεων δεν έχει το παραμικρό να κάνει με την ορθολογική σημασία των λεγομένων μας. Όσο είμαστε ταυτισμένοι με τη σκέψη και το συγκεκριμένο «Εγώ», δεν έχουμε πρόσβαση στο ουσιαστικό περιεχόμενο των λέξεων. Κατ’επέκτασιν, ολόκληρη η κοσμοθεωρία την οποία έχουμε καταλήξει να κατέχουμε —καθώς και η αυτοεικόνα μας που βρίσκεται στο κέντρο της— είναι μια δομή που έχουμε συνθέσει από κομμάτια που έχουμε απορροφήσει από το περιβάλλον: είναι στην πραγματικότητα κάτι το εξωτερικά θεμελιωμένο. Αν και μας φαίνεται ένα δικό μας προσωπικό κατασκεύασμα, είναι κάτι στο περιεχόμενο του οποίου δεν έχουμε ουσιαστική πρόσβαση. Είναι πολύ δύσκολο κανείς να το αντιληφθεί, αλλά όχι μόνο η αίσθηση του «ποιοί είμαστε» αλλά ακόμα και η ίδια μας η σκέψη, είναι κάτι το θεμελιωδώς ετεροκαθοριζόμενο… και είναι πολύ δύσκολο κανείς να το αντιληφθεί ακριβώς επειδή όσο είμαστε ταυτισμένοι με το Εγώ και τη σκέψη δεν φαίνεται ότι είναι ετεροκαθοριζόμενα.

 

Ένας διαφορετικός τρόπος να περιγράψει κανείς αυτή την κατάσταση είναι να πει πως μέσα σου κατοικεί ένα Ον… ένα πλάσμα. Αυτό το Ον είναι η ίδια η Φύση, είναι εκείνο το μέρος του σύμπαντος που προσωρινά διαχωρίζεται από το Όλον και αυτό-οργανώνεται συντελώντας τον «οργανισμό» σου, είναι η ζωντανή ύλη, η εντοπισμένη άμεση έκφραση του συμπαντικού Λόγου.

Όσο εσύ κατοικείς στον κόσμο της σκέψης, το Ον αυτό κρύβεται. Η σκέψη είναι φωτεινή, το Ον είναι σκοτεινό. Γι’αυτό η σκέψη δεν μπορεί να δει το Ον: όταν κοιτάς τη σκέψη το Ον εξαφανίζεται όπως ακριβώς όταν πέφτει στα μάτια σου ένα φως χάνεις τη νυχτερινή σου όραση. Όταν όμως σβήνεις τη σκέψη σου, το σκοτεινό Ον αναδύεται.

Το Ον είναι πιο εύκολο να το παρατηρήσεις τις στιγμές που θεριεύει: όταν κατακλύζεσαι από οργή, ή από λύπη, ή από χαρά, ή από φόβο, ή από καύλα… ότι τα συναισθήματα είναι πολύ έντονα θα πει ότι τα αισθήματα που τα συναποτελούν γίνονται πολύ έντονα: μπορεί να νιώθεις ρίγη να διαπερνούν τη σπονδυλική σου στήλη, τις τρίχες του να σηκώνονται, τους λυγμούς του κλάματός σου, την καρδιά σου να πάει να σπάσει, το φούντωμα της καύλας ανάμεσα στα σκέλια σου… Αυτό είναι το Ον που, τις λίγες στιγμές που ουρλιάζει πιο δυνατά από τη σκέψη σου, ξεμυτάει στην αυτοσυνείδησή σου σαν την κορφή ενός υποθαλάσσιου βουνού που μόλις που ξεμυτάει πάνω απ’την επιφάνεια. Το βουνό παραμένει βυθισμένο στο σκοτάδι του ωκεανού, μόνο οι ψηλότερες κορφές του εμφανίζονται στο φως της αυτοσυνείδησης: αισθήματα αινιγματικά, ακατανόητα, σχεδόν εχθρικά προς τη σκέψη. Μέσα από τα μάτια της σκέψης, η οργή, όπως και η καύλα, είναι υποχθόνιες δυνάμεις που προσπαθούν να την τραβήξουν πίσω στο σκοτάδι. Σαν τη σειρήνα που ζητάει να σε σαγηνέψει, να σε τυλίξει, να σε τραβήξει πίσω στο βυθό του ασυνείδητου, της ζωώδους ελευθερίας, εκεί που δεν μπορείς —και δεν θέλεις!— να ελέγξεις τον εαυτό σου. Εκεί που χάνεις κάθε επίγνωση των πράξεών σου. Σαν μια επιστροφή πίσω στην αγκαλιά, και συνάμα το σκοτάδι, της μήτρας… σαν μια επιστροφή στην ανυπαρξία. Μια επιστροφή στο ασυνείδητο ποτάμι της ζωής, μια απαλλαγή από κάθε ευθύνη, μια άφεση στους νόμους της φύσης.

Από την άλλη, η σκέψη χωρίς το Ον είναι κάτι άψυχο, κάτι μηχανιστικό, κάτι ετεροκαθοριζόμενο. Κάτι που έχει ως ύψιστο ιδανικό «να γίνει κάποιος», να αποκτήσει μια ταυτότητα, να γίνει αυθύπαρκτο, ανεξάρτητο, αυτο-οριζόμενο, δυνατό, πραγματικό… αλλά που συνάμα δεν αποτελεί παρά μια πλάνη, μια κενή φαντασίωση και μια αυτοματαίωση. Η σκέψη, προσπαθώντας να αποκτήσει αυτοϋπόσταση, το μόνο που καταφέρνει είναι να χτίζει έναν όλο και πιο περίτεχνο λαβύρινθο γύρω της και να εισέρχεται όλο και πιο βαθιά μέσα στην ίδια της την αυταπάτη. Και βέβαια, όσο πιο περίτεχνο κάστρο χτίζεις γύρω σου, τόσο πιο δύσκολα δραπετεύεις από αυτό!

Όσο περισσότερο η σκέψη απομακρύνεται από το Ον —που είναι στην πραγματικότητα ακριβώς αυτό που υποβαστάζει τη σκέψη!—… όσο περισσότερο το Εγώ φαντασιώνεται τον εαυτό του ως κάτι απολύτως ξεχωριστό, ανεξάρτητο, αυθύπαρκτο… όσο περισσότερο εναντιοδρομεί στον συμπαντικό Λόγο… τόσο περισσότερο το Ον ασθενεί: εκρήγνυται, μαγκώνει, πονάει, καταρρέει. Όσο η σκέψη νιώθει ότι είναι ανεξάρτητη από την ύλη και ότι μπορεί να την αφεντέψει, τόσο υποσκάπτει τα ίδια της τα θεμέλια.

Το Ον είναι αυτό που είναι. Η σκέψη είναι αυτή που θα ήθελε να είναι. Το πλήρωμα δε βρίσκεται ούτε στο σκοτάδι του Όντος ούτε στο φως της σκέψης. Ούτε στην αμεσότητα ούτε στη μονιμότητα. Ούτε στο πάθος ούτε στη λογική. Για να πραγματωθούν, σκέψη και Ον καλούνται να συναντηθούν και μ’αυτό να γεφυρώσουν το χάσμα που άνοιξε —αλλά και την υπόσχεση που δόθηκε— με την ανάδυση της αυτοσυνείδησης. Η ολοκλήρωση του κύκλου είναι ο χορός των αντιθέτων: το σημείο όπου δημιουργείται το νόημα και συνάμα το σημείο όπου το νόημα μετουσιώνεται σε πράξη. Η ελευθερία. Το Πνεύμα.